65ο Φεστιβάλ Καννών: Αναμνήσεις από ένα δεκαήμερο

Το μεγαλύτερο κινηματογραφικό γεγονός του πλανήτη αποτελεί πλέον παρελθόν με μια όπως είχαμε προβλέψει όχι και τόσο επετειακή στην ουσία της χρονιά και μάλιστα την πιο βροχερή που θυμούνται εδώ και καιρό οι ηλιόλουστες συνήθως Κάννες. Τα βραβεία με τη σειρά τους δια χειρός του υπερ-συντηρητικού προέδρου Νάνι Μορέτι δεν έκαναν τίποτε για να διασώσουν έστω στη μνήμη τις αληθινά σπουδαίες στιγμές του φεστιβάλ. Με εξαίρεση βέβαια τον δίκαιο Χρυσό Φοίνικα στο Amour του Μίκαελ Χάνεκε, μια ταινία που μονοπώλησε από την αρχή το ενδιαφέρον ξεχωρίζοντας άνετα ως το απόλυτο φαβορί, αφήνοντας μόνο την αμφιβολία αν θα δοθεί σε τόσο σύντομα, μόλις τρία χρόνια μετά την Λευκή Κορδέλα στον αυστριακό δημιουργό η ύψιστη διάκριση. Παρά τη δεινή οικονομική κατάσταση της χώρας οι Έλληνες διανομείς αγόρασαν σχεδόν τα πάντα στις Κάννες, σχεδόν τίποτε δεν θα λείψει από τις αίθουσες τον επόμενο χειμώνα, θα μπορέσετε λοιπόν να κρίνετε με τα μάτια σας. Μετά από 11 ημέρες καταιγισμού ταινιών αυτές είναι τέσσερις από τις πιο αξιομνημόνευτες στιγμές των φετινών Καννών, ένα μικρό ημερολόγιο, πάντα κατά την ταπεινή γνώμη του γράφοντος.

Η ωριμότητα του Λοζνίτσα

Αναμφισβήτητα η πιο μεγάλη φετινή στιγμές όμως ήταν η αλησμόνητη απογευματινή δημοσιογραφική προβολή του Μέσα στην Ομίχλη δεύτερη ταινία μυθοπλασίας του Σεργκέι Λοζνίτσα που μας είχε δώσει πριν από δύο χρόνια το πολύ ενδιαφέρον, αλλά άνισο My Joy. Ο Λοζνίτσα που έχει μεγάλη θητεία στο ντοκιμαντέρ και έχει εκτεταμένα ασχοληθεί με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (Blockade) καταπιάνεται εδώ με μια ιστορία από την περίοδο της γερμανικής κατοχής στη Λευκορωσία βασισμένη σε ένα μυθιστόρημα του Βασίλι Μπίκοβ. Μετά από τον απαγχονισμό τριών ντόπιων εργατών από τους Γερμανούς με την κατηγορία του σαμποτάζ, δύο παρτιζάνοι αναζητούν τον τέταρτο άνδρα που αφέθηκε ελεύθερος θεωρώντας ότι έχει προδώσει προκειμένου να γλυτώσει. Όταν τον βρίσκουν στο σπίτι του μαζί με την οικογένειά του θα τους ακολουθήσει χωρίς αντίσταση υποστηρίζοντας όμως την αθωότητά του. Ο Λοζνίτσα παράλληλα με τη δράση ξετυλίγει με ευφυή τρόπο τρία φλας μπακ που ανατρέχουν αντίστοιχα σε επεισόδια από τις ζωές των τριών ηρώων αποκαλύπτοντας το παρελθόν τους με ένα τρόπο που φέρνει στο μυαλό τις παράλληλες αφηγήσεις στο Ρασομόν του Ακίρα Κουροσάβα και η ταινία σε μεγάλο βαθμό θυμίζει τη σπουδαία ουμανιστική παράδοση του Ιάπωνα δημιουργού, αλλά και τις μεγάλες στιγμές του ρωσικού σινεμά. Καθώς οι τρεις άνδρες ξεκινούν για το δάσος αναζητώντας το μέρος της εκτέλεσης τίποτε δεν εξελίσσεται σύμφωνα με το σχέδιο, ο κατηγορούμενος άνδρας όμως θα κάνει το παν για να διασώσει την υστεροφημία του και να διαφυλάξει την αθωότητά του. Μέσα στην ομίχλη του πολέμου ο Λοζνίτσα απλώνει με λιτό, άμεσο τρόπο τα διαχρονικά ηθικά διλήμματα του ανθρώπου και παρατηρεί με αριστουργηματικό τρόπο τις ηθικές μετατοπίσεις των ηρώων του μπροστά στην απειλή του θανάτου. Παράλληλα καθιστά τη μνήμη και την κληρονομιά στην επόμενη γενιά ως το απόλυτο διακύβευμα της ανθρώπινης διαδρομής.

Holy Fuck!

Κανείς δεν περίμενε λοιπόν ότι ο απών εδώ και πάνω από μια δεκαετία Λεό Καράξ, αυτό το κάποτε τρομερό παιδί του γαλλικού σινεμά που μας έδωσε τους Εραστές της Γέφυρας και την Pola X, θα επέστρεφε για να μας χαρίσει την πιο ευχάριστη έκπληξη του φετινού Φεστιβάλ με το Holy Motors κερδίζοντας πανάξια το μεγαλύτερο χειροκρότημα που ακούσαμε φέτος σε δημοσιογραφική προβολή. Τι ακριβώς είναι το Holy Motors είναι πολύ δύσκολο να το εξηγήσεις στο χαρτί πόσο μάλλον σε ένα μικρό σημείωμα. Ακόμα όμως και αν κάποιος μπορούσε θα χαλούσε μάλλον την ευχαρίστηση της ανακάλυψης. Ο Καράξ με απόλυτο πρωταγωνιστή τον χαμαιλεοντικό ηθοποιό Ντενίς Λαβάντ (φετίχ του σκηνοθέτη και πανταχού παρών σε όλες τις ταινίες του) αφηγείται την ιστορία του μυστηριώδους κυρίου Όσκαρ ακολουθώντας ένα εικοσιτετράωρο ταξίδι του στο σύγχρονο Παρίσι μέσα στο οποίο αλλάζει έντεκα χαρακτήρες φτιάχνοντας έναν αληθινό, αναρχικό, ύμνο στη δύναμη του σινεμά και της αέναης μεταμόρφωσης μέσα από το ρόλο θυμίζοντας τη γραφή του Μπόρχες και το σουρεαλισμό ενός Κοκτώ και ενός Μπουνιουέλ. Ταυτόχρονα, η απίστευτη, συχνά εξωφρενική και ξεκαρδιστική, διαδρομή του Όσκαρ συνιστά μια φαντεζίστικη μεταφορά για την ίδια τη ζωή ως μια τεράστια, ατέλειωτη σκηνή ερμηνειών και μεταμορφώσεων. Και αν αναρωτιέστε για τον τίτλο, κρατήστε την αγωνία σας για ένα από τοα πιο φευγάτα φινάλε που έχετε δει με πρωταγωνιστές μια ομάδα από ομιλούσες λιμουζίνες.

Μέσα στο δωμάτιο 237

Από το παράλληλο τμήμα «Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών», το ντοκιμαντέρ Room 237 είναι η χαρά των κινηματογραφόφιλων και των φανατικών του Στάνλει Κιούμπρικ και της βασισμένης στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Στίβεν Κινγκ, «Λάμψης». Εννέα κεφάλαια αναλύουν τις πιο σημαντικές θεωρίες συνομωσίας για τα κρυφά νοήματα της αινιγματικής ταινίας και κυρίως του περίφημου δωματίου 237, ανακαλύπτουν κάθε «λογικό» της λάθος και προτείνουν την ερμηνεία της. Είναι άραγε μια ταινία για το Ολοκαύτωμα (237=2Χ3Χ7=42, δηλαδή 1942, η χρονιά που ξεκίνησε η εξόντωση των Εβραίων), ή μήπως για τη γενοκτονία των Ινδιάνων (το ξενοδοχείο Overlook στη Λάμψη είναι χτισμένο πάνω σε ινδιάνικο νεκροταφείο). Είναι η ταινία η απολογία του Κιούμπρικ γιατί γύρισε την ψεύτικη προσελήνωση του 1969  (μια από τις πιο διάσημες θεωρίες συνομωσίας) και δεν μπορεί να το ομολογήσει παρά μόνο με υπονοούμενα (Room No 237 μπορεί να διαβαστεί και ως κρυμμένος αναγραμματισμός του Moon!), γιατί άραγε ο διευθυντής του ξενοδοχείου μοιάζει τόσο πολύ στον Τζον Φ. Κένεντι; Αυτά και άλλα πολλά ακούγονται σε ένα ντοκιμαντέρ που πέρα από την απόλαυση των trivia και τις ευφυείς ως εξωφρενικές αναγνώσεις της Λάμψης μας θυμίζει ότι οι κινηματογραφικές εικόνες είναι ανοιχτές σε κάθε ερμηνεία και το σινεμά είναι η πιο μεταμοντέρνα τέχνη από όλες, ικανή να χτίσει κάθε λογής μύθους και νοήματα.

Πείτε απλά Ναι!

Άλλη μια στάση στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών, με το τρίτο μέρος της περίφημης πια τριλογίας του Πάμπλο Λαρέν για τη Χιλή του Πινοσέτ σε μια ταινία που θα μπορούσε κάλλιστα να βρίσκεται στο επίσημο διαγωνιστικό. Σε αντίθεση με τα δύο πρώτα σκοτεινά μέρη της τριλογίας (Tony Manero, Post Mortem) που εκτυλίσσονταν στα χρόνια της χούντας, των βασανισμών και των εξαφανίσεων το Νο, τοποθετημένο στις παραμονές του δημοψηφίσματος του 1988 που έριξε τελικά τον Πινοσέτ, στρέφεται σε σαφώς πιο φωτεινούς δρόμους ακολουθώντας με σχεδόν ντοκιμαντερίστικο τρόπο τα παρασκήνια της καμπάνιας του ετερόκλητου συνασπισμού των αριστερών κομμάτων που στήριξαν το «Όχι» στον δικτάτορα. Ο Λαρέν είχε την ευφυή όσο και τολμηρή ιδέα να γυρίσει την ταινία φορμά U-matic που χρησιμοποιούσε η τηλεόραση την εποχή εκείνη πετυχαίνοντας ένα εκπληκτικό αισθητικό αποτέλεσμα που μπερδεύει πανέξυπνα τα όρια ανάμεσα στην ταινία και τα επίκαιρα της εποχής. Ο Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ δίνει ρέστα στο ρόλο του νεαρού διαφημιστή που βάζει αρκετό νερό στο κρασί του και αναλαμβάνει να εκσυγχρονίσει την εικόνα της αριστεράς και να «πουλήσει» το «Όχι» σε ένα ευρύτερο κοινό που κατατρομοκρατείται από την αντίπαλη καμπάνια που διαλαλεί ότι «χωρίς τον Πινοσέτ, το χάος». Το No προχωρά ένα βήμα πιο πέρα και στοχάζεται με χιούμορ και πικρή ειρωνεία πάνω στα όρια του «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» προμηνύοντας την παντοκρατορία της εικόνας και την ανάγκη ακόμη και η Ιστορία να πουληθεί ως διαφήμιση. Πάνω από όλα όμως η ατμόσφαιρα πόλωσης και τρομοκράτησης της κοινής γνώμης που μεταφέρει με αριστουργηματικό τρόπο ο Λαρέν αποκτά για όσα ζούμε εδώ και μήνες στη χώρα μας με τα ανάλογα διλήμματα, μια ανατριχιαστική επικαιρότητα.

(Λευτέρης Αδαμίδης, Περιοδικό ΜΟΝΟ, Tεύχος 10, 1/6/2012)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: