31ο Διεθνές Φεστιβάλ Κωνσταντινούπολης: η πολιτική σε πρώτο πλάνο

Όταν ένα κινηματογραφικό Φεστιβάλ έχει για έδρα του μια από τις πιο εμβληματικές πόλεις του πλανήτη οι ταινίες έχουν ήδη ένα γερό ανταγωνισμό ακόμη και για τον επαγγελματία επισκέπτη. Το Φεστιβάλ της Κωνσταντινούπολης ευτυχώς καταφέρνει μια χρυσή ισορροπία όντας ένα αιχμηρό και καθόλου τουριστικό γεγονός.

Με σημαία τον τουρκικό κινηματογράφο που έχει καταφέρει εδώ και πάνω από μια δεκαετία να βρίσκεται στα πάνω του το Φεστιβάλ της Κωνσταντινούπολης έχει καθιερωθεί σε ένα αληθινά διεθνές ραντεβού ιδανικά τοποθετημένο στην καρδιά μιας παντοτινά κοσμοπολίτικης μητρόπολης. Ένα φεστιβάλ που εκτός από το να προβάλει το εθνικό προϊόν προσπαθεί να τραβήξει παράλληλα τα βλέμματα με ένα διεθνές διαγωνιστικό τμήμα που υπερασπίζεται ένα ψηλό καλλιτεχνικό προφίλ χωρίς να κρύβει ότι απλώς διαλέγει κάποιες σημαντικές ταινίες των μεγάλων φεστιβάλ (Κάννες, Βερολίνο, Βενετία) και την ίδια στιγμή πασχίζει να προσελκύσει σε κάποια gala και μερικά «μεγάλα» ονόματα στο κόκκινο χαλί του όπως ο Βρετανός Τέρενς Ντέιβις στο άνοιγμα με το The Deep Blue Sea και ο Αμερικανός Γουίτ Στίλμαν για το Damsels in Distress στο κλείσιμο. Κακά τα ψέματα η Τουρκία διανύει μια λαμπρή περίοδο όπου η ανάπτυξη τρέχει, το χρήμα ρέει και η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής. Οι αντιφάσεις όμως είναι ολοζώντανες και σχεδόν σουρεαλιστικές. Την ίδια στιγμή για παράδειγμα που στην Άγκυρα διεξάγεται η δίκη του 94χρονου στρατηγού και κατόπιν προέδρου της χώρας Κενάν Εβρέν για το αιματηρό στρατιωτικό πραξικόπημα του 1980, η Πόλη γιορτάζει στην πλατεία Ταξίμ την ημέρα της Αστυνομίας με φαντασία που θα ζήλευε σίγουρα ο κύριος Χρυσοχοΐδης. Πλάι στις συνηθισμένες παρελάσεις και τις βαρετέ φιλαρμονικές μια σειρά από μοδάτα κλιπάκια στις γιγαντοοθόνες προσπαθούν αν πείσουν τους περαστικούς ότι ο αστυνομικός είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου.

Σε ένα τέτοιο κλίμα οι τουρκικές ταινίες, που αγκαλιάζονται στα αλήθεια θερμά από το νεανικό κυρίως κοινό, δεν θα μπορούσαν παρά να αποτελούν και αυτές έναν εξαιρετικά επίκαιρο καθρέφτη αυτής της παράξενης ισορροπίας μιας χώρας που θέλει να κλείσει λογαριασμούς με το σκοτεινό παρελθόν και να οδηγηθεί σε ένα «φωτεινότερο» μέλλον απαλλαγμένη από τα βάρη του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το Love and Revolution του Σερκάν Ακάρ μια βουτιά στην ταραγμένη πολιτικά δεκαετία του ’90 μέσα από την ιστορία μιας ομάδας αριστεριστών που σε πείσμα της κατάρρευσης του ανατολικού μπλοκ αποφασίζουν τη συνέχιση του αγώνα με κάθε μέσο αντιμετωπίζοντας τη βίαιη καταστολή του αστυνομικού κράτους. Αν κάποτε ο μεγάλος Γιλμάζ Γκιουνέι οδηγούνταν στη φυλακή για τις ταινίες του το νεανικό κοινό στην προβολή της ταινίας αντιμετώπιζε συχνά με γελάκια μια ταινία «βουτηγμένη στον καπνό και στο… τσάι, τα σταθερά σύμβολα της τουρκικής αριστεράς» σύμφωνα με το σκηνοθέτης της. Το ίδιο κοινό προσπαθώντας ίσως να διασκεδάσει την όχι ιδανική θέση της γυναίκας στη σύγχρονη Τουρκία που φλερτάρει με θρησκευτικό φανατισμό αποθεώνει το άνισο Night of Silence του Ρείς Τσελίκ μια καταγγελία για τις «νύφες-παιδιά» ανήλικα κορίτσια που εξακολουθούν ακόμη και σήμερα στην Ανατολία να παντρεύονται δια βίου παρά τη θέλησή τους συζύγους συχνά αρκετές δεκαετίες μεγαλύτερους. Μέσα σε αυτό το κλίμα κριτικής το Κουρδικό και το Αρμενικό ζήτημα είχαν την τιμητική τους με σειρά ταινιών (Voice of My Father, I Flew, you Stayed), που μιλούν επιτέλους ανοιχτά για τα πέτρινα χρόνια της απαγόρευσης ακόμη και της κουρδικής γλώσσας ή την τύχη των Αρμενίων που επέζησαν της γενοκτονίας. Αποκορύφωμα το συγκινητικό και ευρηματικό Where is My Mother Tongue του πρωτοεμφανιζόμενου κουρδικής καταγωγής Βελί Καχραμάν, ένας ευφυής συνδυασμός μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ σε μια ταινία που πρωταγωνιστεί ο πατέρας του σκηνοθέτη ο οποίος στα γεράματά του αποφασίζει να ξαναθυμηθεί τη μητρική του γλώσσα καταγράφοντας όσες λέξεις μπορεί να θυμηθεί. Αξίζει βέβαια να μην ξεχνάμε ότι την ίδια στιγμή συνεχίζονται οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του τουρκικού στρατού απέναντι σε ένοπλες κουρδικές ομάδες.

Ούτε το Κυπριακό φυσικά θα μπορούσε να ξεφύγει από τη θεματολογία μέσα από τη δεύτερη μόλις ταινία που έρχεται από την κατεχόμενη Βόρεια Κύπρο. Το Whispers of Dead Zone εμπλουτίζοντας μια υποτυπώδη μυθοπλασία (η επιστροφή ενός νεαρού άνδρα στο νησί προκειμένου να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ για την Κύπρο) με συνεντεύξεις νέων από τα Κατεχόμενα και επίκαιρα από την τουρκική εισβολή προσπαθεί μέσα από τη ματιά νέων ανθρώπων να αρθρώσει ένα συμφιλιωτικό λόγο διεκδικώντας τη συνύπαρξη των δύο κοινοτήτων στο νησί μακριά από οποιαδήποτε κηδεμονία, μένει όμως σε ένα επιφανειακό και απλουστευτικό ευχολόγιο.  Ωστόσο πέρα από τις αμιγώς πολιτικές στιγμές μια από τις σημαντικότερες στιγμές του φεστιβάλ ανήκε σε μια ταινία εμπνευσμένη από το «Υπόγειο» του Ντοστογιέφσκι, σκηνοθετημένη από τον σπουδαίο αλλά άγνωστο εκτός Τουρκίας Ζεκί Ντεμιρκουμπούζ ο οποίος έχει καταπιαστεί με το έργο του μεγάλου Ρώσου συγγραφέα και στο παρελθόν. Το σκοτεινό Inside ισορροπεί θαυμάσια ανάμεσα στο υπαρξιακό πορτρέτο ενός ανθρώπου και στη σκληρή κριτική μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Στο ανεβασμένο πολιτικό κλίμα της φετινής διοργάνωσης συνέβαλε θέλοντας και μη και η ιδιαίτερη ελληνική παρουσία μέσα από ένα μικρό αφιέρωμα με τον εύγλωττο τίτλο “What’s happening in Greece”? που αναζητά το αποτύπωμα της ελληνικής κρίσης στις κινηματογραφικές εικόνες της χώρας μας με πέντε συνολικά ταινίες επιβεβαιώνοντας αυτό που είχαμε γράψει και στο πρώτο τεύχος αυτού του περιοδικού: το ελληνικό σινεμά είναι πλέον σχεδόν φεστιβαλική μόδα. Η επιλογή των πέντε ταινιών του αφιερώματος σίγουρα δεν μαρτυρά καμιά πρωτοτυπία ούτε την οξυδερκή ματιά κάποιου επιμελητή συγκεντρώνοντας απλά τους φεστιβαλικούς τίτλους τελευταίας εσοδείας: Άδικος Κόσμος του Φίλιππου Τσίτου, Άλπεις του Γιώργου Λάνθιμου, L του Μπάμπη Μακρίδη, Πρώτη Ύλη του Χρήστου Καρακέπελη, και τα Μετέωρα του Σπύρου Σταθουλόπουλου που τελικά δεν κατάφεραν να ποτέ να προβληθούν λόγω τεχνικών προβλημάτων. Οι Άλπεις και καλύτερα ο Γιώργος Λάνθιμος συνοδευόμενος από τον σεναριογράφο Ευθύμη Φιλίππου και την ηθοποιό του Αριάν Λαμπέντ βρέθηκαν στο επίκεντρο του αφιερώματος στη μοναδική συνέντευξη τύπου του αφιερώματος αδικώντας είναι η αλήθεια άλλους παρευρισκόμενους όπως το Χρήστο Καρακέπελη με την εξίσου σημαντική Πρώτη Ύλη. Η συνύπαρξη των ελληνικών τίτλων πλάι στους τουρκικούς δεν θα μπορούσε παρά να φέρει στο μυαλό τις πρώτες σπουδαίες επιτυχίες του τουρκικού σινεμά όταν ο Νούρι Μπίλγκε Τσειλάν κέρδιζε το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής το 2002 στις Κάννες με το Μακριά ξεκινώντας μια συντονισμένη προσπάθεια σε κρατικό επίπεδο που αποδίδει καρπούς μέχρι σήμερα. Το ελληνικό σινεμά έχει ένα αντίστοιχο momentum, αλλά δυστυχώς και μια χώρα που βρίσκεται σε οικονομική κατάρρευση. Μακάρι οι Έλληνες σκηνοθέτες να μπορέσουν να εκμεταλλευτούν τη στιγμή και τη διεθνή συγκυρία όσο κρατήσει χωρίς να περιμένουν τίποτε από κανέναν.

(Λευτέργς Αδαμίδης, Περιοδικό ΜΟΝΟ, τεύχος 7, 17/4/2012)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: