The Zero Years

Αρκετούς μήνες πριν η ίδια η χώρα μας οδηγηθεί σε αυτό που οι επόμενες γενιές θα θυμούνται ως τα «τα χρόνια του μνημονίου», το ελληνικό σινεμά έμπαινε στα δικά του νέα, βαθιά όσο και θολά, νερά την ίδια στιγμή που στο εξωτερικό ζούσε έναν από τους μεγαλύτερους θριάμβους του. Το Μάιο του 2009 ο Κυνόδοντας του Γιώργου Λάνθιμου έφτανε απρόσμενα στις Κάννες και έφευγε αφήνοντας τους πάντες άφωνους με το μεγάλο βραβείο του επίσημου τμήματος «Ένα Κάποιο Βλέμμα» ενώ την επόμενη χρονιά εξίσου αναπάντεχα έφτανε μέχρι την πεντάδα του ξενόγλωσσου Όσκαρ. Λίγους μήνες αργότερα η κίνηση των «Κινηματογραφιστών στην Ομίχλη» ακύρωνε στην πράξη τα επίσημα Κρατικά Βραβεία με την αποχή της και υποχρέωνε τα κάποτε κραταιά σωματεία σε ρόλο παρατηρητή των εξελίξεων την ίδια στιγμή που η νεοϊδρυθείσα, δια πυρός και σιδήρου, Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου μετατρεπόταν σε επίσημο φορέα της κινηματογραφικής κοινότητας και θεσμικό συνομιλητή. Στο αμέσως επόμενο διάστημα το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου και το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης έκαναν τη δικιά τους «ηχηρή» επανεκκίνηση με βασικό άξονα το διαβόητο νέο κινηματογραφικό νόμο μένοντας δυστυχώς, ελλείψει χρημάτων και πιθανώς ιδεών, από καύσιμα μόλις στην αφετηρία. Ο ίδιος ο νόμος, θεωρητικά αναπτυξιακός μοιάζει για μεγάλο μέρος της κινηματογραφικής κοινότητας να έχει ήδη παλιώσει πριν ακόμη καλά-καλά εφαρμοστεί. Είναι στα αλήθεια να απορεί κανείς πώς μέσα σε αυτό το διαρκώς μεταβαλλόμενο τοπίο και την κρατική χρηματοδότηση σε ναδίρ εποχών, το ελληνικό σινεμά έχει καταφέρει εκ των ενόντων να γνωρίσει μια πρωτοφανή πορεία σε διεθνή φεστιβάλ που συνεχίζεται ακάθεκτη για τρίτη χρονιά. Και φέτος μάλιστα η ευπρόσδεκτη καταιγίδα των ελληνικών συμμετοχών στα διεθνή φεστιβάλ δε λέει να κοπάσει. Tο L του Μπάμπη Μακρίδη ανοίγει το χορό συμμετέχοντας τον Ιανουάριο στο διεθνές διαγωνιστικό τμήμα του Σάντανς και λίγο μετά σε αυτό του Ρότερνταμ (25 Ιανουαρίου μέχρι 5 Φεβρουαρίου) εκεί όπου θα παρουσιαστούν τα νέα σχέδια της Αθηνάς-Ραχήλ Τσαγκάρη και του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου στο φόρουμ συμπαραγωγών CineMart καθώς και το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Έκτορα Λυγίζου Το Παιδί Τρώει το Φαγητό του Πουλιού ως work in progress. Ακολουθεί σε απόσταση αναπνοής η συμμετοχή του Σπύρου Σταθουλόπουλου στο επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα του Βερολίνου (9-19 Φεβρουαρίου) με τη δεύτερη ταινία του Μετέωρα. Σε κάποιο βαθμό η Ελλάδα, έχοντας γίνει πρωτοσέλιδο σε όλο τον πλανήτη είναι αναμενόμενο να αποτελεί ακόμη και κινηματογραφικά ένα αξιοπερίεργο και καυτό πεδίο επικαιρότητας για διεθνείς προγραμματιστές και πολιτικά ευαίσθητους επιμελητές που αναζητούν τη νέα φτωχή πλην τίμια κινηματογραφία (όπως άλλοτε το Ιράν ή πιο πρόσφατα η Ρουμανία) που θα αναδείξουν τσουβαλιάζοντας, αυθαίρετα συχνά, ετερόκλητους δημιουργούς και ακόμη πιο άνισες μεταξύ τους προσπάθειες. Δεν είμαι πάντως σίγουρα από αυτούς που θα ευχόταν να δει τους Έλληνες κινηματογραφιστές να φτιάχνουν κατά παραγγελία το νέο εγχώριο genre που θα μπορούσε να ονομαστεί πρόχειρα «σινεμά της κρίσης» επενδύοντας βραχυπρόθεσμα και πρόχειρα σε μια πνιγηρή πραγματικότητα που σίγουρα δεν αφήνει κανέναν ανεπηρέαστο. Προτιμώ χίλιες φορές την ελαφρότητα και τον αυθορμητισμό του Ξεναγού του Ζαχαρία Μαυροειδή. Ούτε θα ήθελα να παραβλέψω την εύστοχη ματιά κριτικών όπως ο Τζέι Γουάισμπεργκ του Variety που μιλούσε στην κριτική του για τον Άδικο Κόσμο του Φίλιππου Τσίτου με έμφαση χτυπώντας το καμπανάκι για ένα κύμα ελληνικών ταινιών που φλερτάρουν με το παράλογο (absurd στο πρωτότυπο) και έχουν γίνει μόδα στους κύκλους της διεθνούς κριτικής λόγω Λάνθιμου και του σεναριογράφου του Ευθύμη Φιλίππου. Ευτυχώς για την ώρα είναι πολύ δύσκολο να βάλεις κάτω από μια ετικέτα το σινεμά του Λάνθιμου και του Γιάννη Οικονομίδη, τη Χώρα Προέλευσης του Σύλλα Τζουμέρκα και την Ιστορία 52 του Αλέξη Αλεξίου ή τη διόρθωση του Θάνου Αναστόπουλου. Το παράδοξο ωστόσο παραμένει ότι την ίδια στιγμή όμως ο εσωτερικός αντίκτυπος των πολυταξιδεμένων πλέον ελληνικών ταινιών μοιάζει μηδαμινός -αποτέλεσμα που σίγουρα συνδέεται και με τη συνολική πτώση των εισιτηρίων- προορισμένος για την ώρα να ανακυκλώνεται στα σινεφίλ πηγαδάκια, στους επαγγελματικούς κύκλους και τις καλλιτεχνικές στήλες άντε και στις πατριωτικές ανακοινώσεις του Υπουργείου Πολιτισμού που προσπαθεί κάτι να κλέψει από τη λάμψη των διεθνών επιτυχιών. Στη σκληρή πραγματικότητα των αριθμών όμως ο στόχος ακόμη και των 10000 εισιτηρίων μοιάζει σχεδόν άπιαστο όνειρο, ούτε καν για τις βραβευμένες στη Βενετία Άλπεις του Γιώργου Λάνθιμου. Η έξοδος του Άδικου Κόσμου του Φίλιππου Τσίτου στις αίθουσες αυτό το μήνα με ατού πέρα από τις πρόσφατες δάφνες στο φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν (βραβείο σκηνοθεσίας και ανδρικής ερμηνείας) το όνομα του Αντώνη Καφετζόπουλου στον πρωταγωνιστικό ρόλο θα αποτελέσει ένα ακόμη τεστ και στοίχημα για την πολυπόθητη συνάντηση με το θεατή. Το κενό ανάμεσα στις ταινίες και το κοινό είναι αν μη τι άλλο αναμφισβήτητο, φαντάζει σχεδόν σαν αγεφύρωτο χάσμα που ενισχύεται ακόμη πιο πολύ από την απουσία της εγχώριας κινηματογραφικής κριτικής που βρίσκεται, όπως και ένα μεγάλο μέρος της δημοσιογραφίας, καταδικασμένη σε πλήρη ανυποληψία. Ψάχνοντας μια εξήγηση δεν είναι λίγοι αυτοί που μιλούν για ελιτισμό, για ένα σινεμά αυτιστικό και ένα συγκυριακό διεθνιστικό, αυτή τη φορά, φεστιβαλισμό όπως συνέβαινε προ αμνημονεύτων ετών με το τότε αμιγώς ελληνικό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Το φαινόμενο είναι σύνθετο και όχι αποκλειστικά ελληνικό, αλλά κυρίως ευρωπαϊκό με σωρούς ταινιών που παράγονται ανακυκλώνοντας κρατικές και κοινοτικές χρηματοδοτήσεις προκειμένου να διατηρηθεί ζωντανή η παραγωγή χωρίς να υπάρχει ενδιαφέρον απαραίτητα για το λεγόμενο ταμείο. Το παραγόμενο προϊόν είναι γνωστό ως η κακώς εννοούμενη «φεστιβαλική» ταινία προορισμένη να ζήσει και να καταναλωθεί σε ένα αυστηρά περιορισμένο κύκλωμα όπως αυτό των διεθνών φεστιβάλ. Ένα προϊόν όμως που απειλείται πλέον καθώς η οικονομική κρίση έχει στεγνώσει αυτού του είδους τις «επενδύσεις» και αυτό καλό θα είναι να το έχει στο μυαλό του προς αποφυγή ο κάθε έλληνας σκηνοθέτης. Οι κατηγορίες πάντως όσον αφορά το ελληνικό σινεμά θυμίζουν σε εμένα τουλάχιστον αυτές που ακουγόταν κάποτε στη δεκαετία του ’90 «για μια γενιά σκηνοθετών που βύθισαν τους θεατές σε βαθιά χασμουρητά» για να ανατρέξουμε στον «εθνικό» μας, πλέον, τροβαδούρο, δείχνοντας για άλλη μια φορά ότι η μεμψιμοιρία αποτελεί εθνικό σπορ. Το κυνήγι πάντως της συμμετοχής, συχνά σε βαθμό παροξυσμού, απλά σε κάποιο διεθνές φεστιβάλ και μάλιστα όσο πιο μεγάλο γίνεται με στόχο τη νομιμοποίηση της καλλιτεχνικής αξίας της ταινίας, καθώς όπως είναι γνωστό «έξω ξέρουν καλύτερα», μοιάζει με εντελώς αδιέξοδο πρωταθλητισμό και δε θα αντέξει να συντηρήσει για πολύ χρόνο μια υγιή κινηματογραφία που εξ ορισμού πρέπει να πατάει και στα εγχώρια πόδια της για να μακροημερεύσει. Ο Μαχαιροβγάλτης για παράδειγμα ήταν για αρκετούς η καλύτερη ελληνική ταινία του 2010 και όμως προσπεράστηκε από τα μεγάλα διεθνή φεστιβάλ και ταξίδεψε ελάχιστα. Το σημαντικότερο όμως πλήγμα ήταν ότι η ταινία του Οικονομίδη δεν έφτασε ποτέ στο κοινό κόβοντας ελάχιστα εισιτήρια όσο και αν το αφορούσε όσο λίγες. Όπως και να έχει αναμφισβήτητα οι ελληνικές ταινίες είναι πλέον στην ατζέντα των διεθνών φεστιβάλ, των sales agents και των διεθνών συμπαραγωγών κάτι που δεν έχει ξανασυμβεί ποτέ στα δικά μας περιορισμένα κινηματογραφικά χρονικά και αυτή είναι μια παραπάνω από πολύτιμη προίκα για οποιονδήποτε έχει την παραμικρή σχέση με το εγχώριο σινεμά. Ο Όρσον Γουέλς διακήρυττε δεκαετίες πριν με σθένος ότι ο δημιουργός οφείλει να βρίσκεται πάντοτε σε δυσμενή θέση για να φτιάξει αληθινή τέχνη. Η συγκυρία το έφερε και μια ολόκληρη γενιά σκηνοθετών βρίσκεται μαζί με μια ολόκληρη χώρα στα όρια της αβύσσου. Ο συνδυασμός μοιάζει ιδανικός αν αληθεύει η ρήση ότι η κρίση πάντα γεννάει σπουδαία τέχνη.

(Λευτέρης Αδαμίδης Περιοδικό ΜΟΝΟ, τεύχος 1, 31/1/2012)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: