Χαίρε Καίσαρα!

Ο Λευτέρης Αδαμίδης προσπαθεί να κρατήσει στο μυαλό του τις πιο αξιόλογες στιγμές του 62ου Φεστιβάλ Βερολίνου, μιας χρονιάς που πολύ γρήγορα θα περάσει δικαίως στη λήθη.

Σε ένα Βερολίνο που έμοιαζε κυριολεκτικά με ψυγείο τουλάχιστον για το πρώτο μισό του Φεστιβάλ, θεατές και επαγγελματίες του σινεμά γέμισαν ασφυκτικά τις αίθουσες οδηγώντας σε ρεκόρ προσέλευσης του κοινού αλλά και σε μια αναζωογόνηση της αγοράς που τα τελευταία χρόνια είχε χτυπηθεί μοιραία και αυτή από την κρίση. Δυστυχώς το καλλιτεχνικό αντίκρισμα υπήρξε εξαιρετικά ισχνό με βασικότερο πρόβλημα για άλλη μια φορά την έλλειψη ταυτότητας και προσανατολισμού με τους κριτικούς  να προσπαθούν μάταια να βρουν κάποια θεματική ή αισθητική κατεύθυνση. Πώς όμως να το κάνεις όταν στο ίδιο τσουβάλι βρίσκονται δυο ανεκδιήγητα κινεζικά έπη (Flowers of War, White Deer Plain), μια δανέζικη ταινία εποχής Royal Affair και μια αργόσυρτη οικογενειακή saga που επιλέχτηκε γιατί την υπογράφει ο Μπίλι Μπομπ Θόρντον.

Απόλυτοι θριαμβευτές του Φεστιβάλ υπήρξαν αναμφισβήτητα όσο και απρόσμενα οι αειθαλείς αδερφοί Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι, με πατημένα τα ογδόντα έκαστος, οι οποίοι έφυγαν από το Βερολίνο με τη Χρυσή Άρκτο για το Caesar Must Die. Οι Ταβιάνι έφτιαξαν με ελάχιστα μέσα και απίστευτη οικονομία (η ταινία μόλις ξεπερνά τα 75 λεπτά) ένα δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ γύρω από το ανέβασμα του Ιούλιου Καίσαρα του Σέξπιρ από μια ομάδα έγκλειστων, κυρίως μελών της Μαφία με βαριές καταδίκες, σε φυλακές υψίστης ασφαλείας στη Ρώμη. Για άλλη μια φορά οι Ταβιάνι στοχάζονται εκπληκτικά πάνω στο ρόλο της τέχνης και στη απελευθερωτική της (ή όχι) δύναμη όσο και πάνω στις δομές της εξουσίας με ένα ευφυές μείγμα ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας που θα ζήλευαν πολλοί νεώτεροί τους υπογράφοντας την καλύτερή τους ταινία εδώ και τουλάχιστον μια εικοσαετία. Αν πάντως για μεγάλη μερίδα της ελληνικής κριτικής η βράβευση έμοιαζε μέχρι και αναμενόμενη, αντίθετα μεγάλο μέρος της διεθνούς κριτικής αντιμετώπισε με έντονα κριτική και συχνά ειρωνική διάθεση τη συγκεκριμένη επιλογή. Η ταινία των Ταβιάνι συγκαταλέγεται σίγουρα στις σπουδαίες στιγμές της φετινής χρονιάς και είναι αληθινά συγκινητική η προσπάθειά τους να κάνουν ακόμη πολιτικό σινεμά και να μιλούν για την ουτοπία της εξέγερσης και του λυτρωτικού χαρακτήρα της τέχνης, ένα σχόλιο που  έκαναν με πιο δουλεμένο τρόπο στο Καλημέρα Βαβυλωνία. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν μπορούμε να μιλάμε για αριστούργημα, όπως γράφτηκε κατά κόρον, επιπέδου των παλιότερων ταινιών τους όπως το Αλοζανφάν ή το Χάος.

Η πιο ολοκληρωμένη ταινία του φετινού Φεστιβάλ υπήρξε κατά τη γνώμη μας η εξαιρετική Barbara του Κρίστιαν Πέτζολντ, μια ασυνήθιστα  συγκινητική, για τον συνήθως παγερά αποστασιοποιημένο Γερμανό δημιουργό, ματιά στην Ανατολική Γερμανία της δεκαετίας του ’80 και σε ένα σκηνικό που φέρνει στο νου τις Ζωές των Άλλων, μέσα από το πορτρέτο μιας γιατρού (η Μπάρμπαρα του τίτλου) που εκτοπίζεται στη μεθόριο εξαιτίας της αντικαθεστωτικής της δράσης και έρχεται αντιμέτωπη με μια καινούρια ζωή, αλλά και καθοριστικά ηθικά διλήμματα. Η Νίνα Χος, σταθερή μούσα του Πέτζολντ στο σύνολο σχεδόν της φιλμογραφίας του, δίνει μια συγκλονιστική ερμηνεία σκιαγραφώντας αθόρυβα μια γυναίκα που πασχίζει να διατηρήσει την ελευθερία της μέσα σε ένα ασφυκτικό περιβάλλον πληρώνοντας το ανάλογο τίμημα. Τιμήθηκε δικαίως με το βραβείο σκηνοθεσίας και συνιστά ένα αληθινό μάθημα βραδυφλεγούς δραματουργικής ανάπτυξης.

Μοιρασμένες οι εντυπώσεις για το Just the Wind του Μπένσε Φλιγκάουφ που απέσπασε την Αργυρή Άρκτο καλύτερης ταινίας, μια ακραία φορμαλιστική κατά τη γνώμη μας ματιά πάνω σε ένα θέμα ανθρώπινο και καυτό όπως οι διώξεις τον Ρομά στην Ουγγαρία με το σενάριο της ταινίας να αντλεί από πραγματικά γεγονότα. Η πιο ελπιδοφόρα όσο και ονειρική στιγμή του Φεστιβάλ και μια μικρή σχετικά έκπληξη υπήρξε αναμφίβολα το υπέροχο Tabu του Πορτογάλου Μιγκέλ Γκόμεζ που απέσπασε έφυγε το βραβείο Alfred Bauer και αυτό της διεθνούς ένωσης κριτικών (FIPRESCI) και υπήρξε ίσως η μόνη αληθινά φρέσκια στιγμή του φεστιβάλ. Μοιρασμένο σε δύο μέρη, το ένα στη σύγχρονη Λισσαβόνα και το δεύτερο σε μια μυθική Αφρική αναζητά τα ίχνη ενός ατελέσφορου έρωτα και του χαμένου Παραδείσου, με ένα αριστουργηματικό, βωβό σχεδόν, δεύτερο μέρος να αποτείνει φόρο τιμής στον εξπρεσιονισμό του Φρίντριχ Μουρνάου, αλλά στιγμές-στιγμές να θυμίζει έναν ευρωπαίο Γουές Άντερσον κυρίως για τη χρήση της μουσικής (ανάμεσα στα τραγούδια που ακούγονται υπάρχει και μια φοβερή εκτέλεση του Be My Baby στα πορτογαλικά) και την απολαυστική εμμονή του σε μια ρετρό νοσταλγία. Το όνομα του Μιγκέλ Γκομέζ είναι σίγουρα από αυτά που θα πρέπει να σημειώσετε, θα ακούσουμε σύντομα και πάλι για αυτόν.

Η Ελλάδα είχε τη δική της παρουσία εδώ με τα Μετέωρα του Σπύρου Σταθουλόπουλου δεύτερη ταινία από τον νεότατο δημιουργό του PVC-1 που είχε προβληθεί πριν από τέσσερα χρόνια στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών στις Κάννες. Η ταινία του Σταθουλόπουλου δίχασε δικαίως, η υποδοχή της όμως συνολικά ήταν αρκετά θετική, βοηθά σε αυτό και η διάχυτη συμπάθεια για την πολύπαθη χώρα μας. Τα Μετέωρα μοιάζουν άλλωστε φτιαγμένα ακριβώς για τη φεστιβαλική αγορά, με μια μυστικιστική γραφή που φλερτάρει με την παραβολή και το παραμύθι ξεδιπλώνοντας τον απαγορευμένο έρωτα ενός μοναχού και μιας μοναχής, αλλά διακόπτεται από σχεδόν ντοκιμαντερίστικα ιντερλούδια της καθημερινής ζωής και σκηνές αγιογραφιών σε animation, μικρά κομψοτεχνήματα που αποτελούν αναμφισβήτητα το πιο δυνατό χαρτί της ταινίας μαζί βέβαια με το υποβλητικό τοπίο. Ταυτόχρονα όμως η κεντρική, αρκετά προβλέψιμη, ιστορία μοιάζει καθηλωμένη όχι στο μετέωρο χώρο μεταξύ ουρανού και γης, ανθρώπινου πάθους και πνευματικότητας  όπου ίσως στοχεύει, αλλά σε πιο ρηχά νερά κάτι στο οποίο δυστυχώς συνεισφέρουν και οι αρκετά επίπεδες ερμηνείες των Τεό Αλεξάντερ και Ταμίλα Κουλίεβα.

Στις σημαντικές στιγμές του διαγωνιστικού συμπεριλαμβάνεται αναμφισβήτητα και το Captive του Φιλιππινέζου και μέχρι πρότινος τακτικού θαμώνα των Καννών Μπριγιάντε Μεντόζα που δοκιμάζει τις δυνάμεις του στην πρώτη του ευρωπαϊκή συμπαραγωγή με ένα μεγάλο προϋπολογισμό έχοντας πρωταγωνίστρια την πάντα τολμηρή Ιζαμπέλ Ιπέρ. Ο Μεντόζα αφηγείται το αληθινό χρονικό της ενός χρόνου ομηρείας μιας ομάδας ξένων υπηκόων στις Φιλιππίνες το 2001, οι οποίοι απάχθηκαν από του μουσουλμάνους αντάρτες που δρουν με βάση στο νησί Μιντανάο με σκοπό τα λύτρα. Μέσα από μια σκηνοθετική βιρτουζιτέ και σκηνές καταιγιστικής δράσης που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτε από τις ανάλογες του αμερικανικού σινεμά ο Μεντόζα χτίζει μια βαθιά πολιτική όσο και ανθρώπινη ιστορία με επίκεντρο ένα βρώμικο πόλεμο που διεξάγεται μέχρι σήμερα και καλύπτει πίσω από τις εύκολες ταμπέλες της θρησκευτικής και πολιτισμικής σύγκρουσης μια σειρά από πολύ πιο πολύπλοκές συγκρούσεις και ανθρώπινες τραγωδίες.

Σε πείσμα πάντως της δεινής οικονομικής κατάστασης της χώρας το σύνολο σχεδόν του φετινού διαγωνιστικού έχει αγοραστεί από τους έλληνες διανομείς,  παρά το γεγονός μάλιστα ότι το εμπορικό αντίκτυπο αρκετών από αυτές μοιάζει αρκετά επισφαλές. Σύντομα λοιπόν θα είστε σε θέση να κρίνετε με τα μάτια σας.

 

Τα παράλληλα τμήματα

Αν κάποτε τα παράλληλα τμήματα του Φεστιβάλ όπως του Φόρουμ και του Πανοράματος αποτελούσαν, ιδιαίτερα το πρώτο, ένα αποκούμπι για τις πιο χαλεπές χρονιές φέτος η σοδειά του τους ήταν τόσο πενιχρή που αναρωτιόσουν για το λόγο ύπαρξής τους. Κάποιες επιλογές μάλιστα όπως το λαϊκίστικο Indignados του Τόνι Γκατλίφ προσπάθησαν να επενδύσουν με τον πλέον επιδερμικό αγγίζοντας τα όρια της ευκαιριακής εκμετάλλευσης πάνω στη φόρα των λαϊκών κινητοποιήσεων ανά τον κόσμο όπως και μια σειρά από ταινίες γύρω από τη Αραβική Άνοιξη. Στο ύψος τους στάθηκαν πάντως το ευρηματικό πολύπτυχο ντοκιμαντέρ What is Love? της Ρουθ Μέιντερ και οι αμερικανικές συμμετοχές όπως το συγκινητικό road movie For Ellen γύρω από την προσπάθεια ενός μουσικού να ξαναενωθεί με την ανήλικη κόρη του και το ξεκαρδιστικό Kid Thing αδερφών Ντέιβιντ και Νέιθαν Ζέλνερ μια επίθεση σε κάθε είδους πολιτικής ορθότητας που αφορά τα παιδιά. Ξεχωρίσαμε όμως πάνω από όλα το εκπληκτικό Choked πτυχιακή ταινία του Κιμ Τζονγκ-χιον από τη Νότιο Κορέα μια ανατριχιαστική σπουδή της σύγχρονης κορεατικής κοινωνίας μέσα από τη ιστορία μιας οικογένειας που οδηγείται στη διάλυση μέσα από την υπερχρέωση. Συμβαίνουν και αλλού λοιπόν…

(Λευτέρης Αδαμίδης, Περιοδικό ΜΟΝΟ, τεύχος 3, 28/2/2012)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: