Μίκαελ Γκλάβογκερ: για τον ανθρώπινο μόχθο

Ένας από τους πλέον διαβόητους ευρωπαίους ντοκιμαντερίστες, ο Μάικλ Γκλάβογκερ επισκέπτεται την Αθήνα με αφορμή την προβολή της περίφημης τριλογίας του για την ανθρώπινη εργασία καθώς και για ένα μοναδικό master class στις 19/3.

Θυμάστε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 το προφητικό βιβλίο του Τζέρεμι Ρίφκιν «Το Τέλος της Εργασίας» που ανέλυε διεξοδικά τις αλλαγές σε αυτό που ορίζουμε ως εργασία στην αυγή του 21ου αιώνα; Την ίδια περίπου περίοδο ένας Αυστριακός ντοκιμαντερίστας ξεκινούσε, τη δικιά του παράλληλη διαδρομή, μια μακρόπνοη και εξαιρετικά φιλόδοξη καταγραφή σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης αναζητώντας το υλικό βάρος της σωματικής εργασίας που μοιάζει πια αθέατη σε μια από-υλοποιημένη εποχή που σημαδεύεται από την επανάσταση της πληροφορίας και την κυριαρχία μιας σχεδόν εικονικής πραγματικότητας. Για τον σκηνοθέτη η κεντρική ιδέα ήταν να καταδείξει ότι σε πείσμα κάθε εξέλιξης και κάθε νέου οικονομικού μοντέλου η ραχοκοκαλιά του κόσμου μας και μαζί της εργασίας παραμένει το αναλώσιμο και εμπορεύσιμο ανθρώπινο σώμα. Γι αυτό και αποφάσισε παρά το απαγορευτικό κόστος να χρησιμοποιήσει ως μέσο καταγραφής το πιο «οργανικό» υλικό, το φιλμ των 35mm. Μέσα σε μια διάρκεια σχεδόν 15 χρόνων και σε τρεις ταινίες (Megacities, Working Mans Death και Whores Glory) ο Γκλάβογκερ συνέλαβε, συχνά με αρκετά συζητήσιμους τρόπους ένα μοναδικό πορτρέτο του ανθρώπινου μόχθου.

Στο επικών διαστάσεων Megacities, γυρισμένο το 1998 ο Γκλάβογκερ ξεκινά ένα ταξίδι στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα αναζητώντας τις μεγαλουπόλεις του πλανήτη και τους πιο αθέατους κατοίκους τους. Οι σταθμοί του Βομβάη, Μεξικό, Νέα Υόρκη, Μόσχα. Αντικείμενό του 12 άνθρωποι στο περιθώριο της οικονομικής και κοινωνικής ζωής σε ένα ανελέητο αγώνα επιβίωσης. Στην Ινδία ακολουθεί ρακοσυλλέκτες καθώς βουτούν στα νερά των υπονόμων για να μαζέψουν μικροαντικείμενα, εργάτες φασόν σε θεόκλειστες τρώγλες ή σε πρωτόγονα σφαγεία πουλερικών, ένα πλανόδιο μηχανικό προβολής ταινιών, έναν άστεγο εργάτη στην ψαραγορά που διηγείται ότι το μόνο που αξίζει στη ζωή είναι οι ταινίες που μανιωδώς βλέπει. Στο Μεξικό σκυλιά που αγωνίζονται μέχρι θανάτου εναλλάσσονται με σκηνές οικογενειακής γαλήνης για μια γυναίκα που το ίδιο βράδυ γίνεται το αντικείμενο ενός κανιβαλιστικού σχεδόν strip-show. Πορτοφολάδες, νταβατζήδες, μικροπωλητές στον κεντρικό σταθμό της πόλης που το βράδυ χορεύουν ταγκό σε κάποιο φτηνό ballroom, γραμματικοί που αναλαμβάνουν την αλληλογραφία για τους αναλφάβητους συνθέτουν ένα απροσδόκητο παζλ οικονομικού πάρε-δώσε. Στη Μόσχα ανήλικοι εγκληματίες φυτοζωούν σε υπόγειες στοές, εργάτες συναρμολόγησης ηλεκτρονικών εργάζονται με τη συνοδεία μαγνητοφωνημένου κειμένου που υμνεί την αξία και το νόημα της ζωής. Στη Νέα Υόρκη παρακολουθεί στιγμιότυπα από τη ζωή ενός hustler, μικρο-απάτες, βία, ναρκωτικά. Και όμως μια τόσο σκληρή ταινία μπορεί να κλείνει με τις χορευτικές φιγούρες μιας παρέας νεαρών λευκοντυμένων Ινδών που στροβιλίζονται σε ρυθμούς ethnic, σε κάποια γειτονιά της Βομβάης. Χωρίς καμία διάθεση να εξηγήσει το πώς και το γιατί αυτοί οι άνθρωποι έχουν βρεθεί στα σκουπίδια, το Megacities μοιάζει να ενδιαφέρεται για τις μικρές στιγμές μεγαλείου που υπάρχουν διάσπαρτες σε έναν  αγώνα σκληρό και μάλλον χαμένο, για τον πραγματικό υλικό ιστό των μεγαλουπόλεων του πλανήτη.

Ακολούθησε μετά από εφτά ολόκληρα χρόνια το μεγαλειώδες Workingmans Death χωρισμένο σε έξι κεφάλαια (Heroes, Ghosts, Lions, Brothers, The Future, Epilogue) και έξι αντίστοιχες χώρες (Ουκρανία, Ινδονησία, Νιγηρία, Πακιστάν, Κίνα, Γερμανία) ένα εφιαλτικό οδοιπορικό-ύμνο στον ανθρώπινο μόχθο που ξεδιπλώνει τις άγνωστες εικόνες ανθρώπων καταδικασμένων να κερδίζουν τα προς το ζην δουλεύοντας στη χαμηλότερη κλίμακα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ανθρακωρύχοι σε εγκαταλελειμμένα παράνομα ορυχεία, «φαντάσματα» που σκάβουν για θειάφι σε ηφαιστιογενείς περιοχές, εργαζόμενοι στη διάλυση παροπλισμένων πλοίων, εργάτες σε σφαγεία στη και χαλυβουργεία, ένα παλιό χυτήριο στην Ανατολική Γερμανία που έχει μετατραπεί σε θεματικό πάρκο συνθέτουν, μαζί με το εξαιρετικό soundtrack του Τζον Ζορν, μια εντελώς απρόσμενη εικόνα της παγκοσμιοποίησης. Όσο και αν ο κόσμος μας «μικραίνει», η ανθρώπινη ουσία μοιάζει να μην αλλάζει, είμαστε σχεδόν καταδικασμένοι να επαναλαμβάνουμε έναν αέναο κύκλο επιβίωσης, ζωής και θανάτου, μια σισύφεια διαδρομή που καθορίζεται από τους οικονομικούς κύκλους.    

Μόλις πέρυσι παρουσίασε στο Φεστιβάλ Βενετίας το πιο αμφιλεγόμενο ίσως κομμάτι της τριλογίας, το τρίπτυχο Whores Glory, γυρισμένο στην Ταϊλάνδη, στο Μπαγκλαντές και στο Μεξικό με θέμα του αρχαιότερο και πλέον σωματικό επάγγελμα του κόσμου μας, την πορνεία. Όπως μαρτυρά και ο τίτλος, η ταινία αποτείνει, χωρίς ηθικολογίες, ένα φόρο τιμής στις γυναίκες αυτές διατρέχοντας τρεις διαφορετικές κουλτούρες και θρησκείες, αντλώντας σε μεγάλο βαθμό έμπνευση για τις εικόνες της από τους πίνακες του Ιερώνυμου Μπος, χωρίζεται άλλωστε σε τρία κεφάλαια με τίτλους Παράδεισος, Γη, Κόλαση. Από το εντυπωσιακό Fish Tank της Μπανγκόκ, ένα μοντέρνο σαλόνι μασάζ όπου οι πελάτες διαλέγουν τα κορίτσια πίσω από ένα γυάλινο τοίχο που επιτρέπει μόνο στους πελάτες να βλέπουν το εμπόρευμα, στην Ισλαμική Φαριντπούρ γνωστή και ως “City of Joy” μια μικρή πόλη  με 600 πόρνες όπου συρρέουν καθημερινά χιλιάδες ανδρών αναζητώντας μια φτηνή επαφή, μέχρι τους σκονισμένους δρόμους της Καθολικής La Zona, στα σύνορα με το Τέξας ένα αληθινό άβατο όπου η πορνεία συνυπάρχει με κάθε είδους παράνομες συναλλαγές.

Ο Γκλάβογκερ έχει κατηγορηθεί, ίσως όχι άδικα, για την αισθητικοποίηση του ανθρώπινου πόνου και του ευτελισμού, στα όρια της εκμετάλλευσης, ειδικά στο Whores Glory όπου η χρήση της μουσικής, μεταξύ άλλων τραγούδια των P. J. Harvvey, Tricky, Cocorosie, φλερτάρει κάποιες στιγμές με τα όρια της συναισθηματικής χειραγώγησης του θεατή. Ακόμη και για το «στήσιμο» σκηνών προκειμένου να πετύχει το επιθυμητό αισθητικό αποτέλεσμα. Δεν είναι λίγοι αυτοί που κατατάσσουν τις ταινίες του στην κατηγορία του “poverty porn”, την «πορνογραφία» της ανθρώπινης μιζέριας. Για άλλους ο Γκλάβογκερ καταφέρνει να αγγίξει ακόμη και την ποίηση ανασύροντας τα ψήγματα ομορφιάς, μεγαλοσύνης και ελπίδας από τις άθλιες ζωές των πιο ταπεινών αυτού του κόσμου. Ο ίδιος υπεραμύνεται των ταινιών του δηλώνοντας ότι «δεν αποτελούν καταγγελίες, δεν εμπεριέχουν καμιά ηθική κρίση ούτε για τα πρόσωπα ούτε για τις καταστάσεις που καταγράφουν, απλά προσπαθούν να συλλάβουν ό,τι συμβαίνει στην πιο καθαρή μορφή του.  Οι ταινίες που προσπαθούν να προσφέρουν κάποιου είδους λύσεις παράγουν συνήθως κακή τέχνη καθώς αδυνατούν να συλλάβουν την πραγματική ουσία και το εύρος της ανθρώπινης ψυχής». Όπως και να τοποθετηθεί κανείς απέναντι στο έργο του, το σίγουρο είναι ότι οι σκληρές και αλλόκοτα όμορφες εικόνες του δύσκολα μπορούν να αφήσουν αδιάφορο τον θεατή τους διεκδικώντας μέσα από τις αντιφάσεις τους τη δικιά τους αλήθεια.

(Λευτέρης Αδαμίδης, Περιοδικό ΜΟΝΟ, τεύχος 4, 13/3/2012)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: