The Ditch

Σεπτεμβρίου 27, 2010

[Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος]

Η φετινή ταινία-έκπληξη στη Βενετία ήρθε μαζί με τη φήμη της απόρριψης από το περασμένο Φεστιβάλ των Καννών. Αν οι ψίθυροι είναι αληθινοί μιλάμε για μέγα σφάλμα, για να το θέσουμε ευγενικά. Ο Wang Bing με σπουδαία θητεία στο ντοκιμαντέρ (δικά του τα φιλμ ποταμοί West of the Track και Crude Oil) μεταφέρει εδώ όλη την εμπειρία του και μαζί τις αντοχές του (μιλάμε για μια ταινία γυρισμένη εξ ολοκλήρου στην έρημο) για να συνθέσει ένα πορτρέτο τρόμου βγαλμένο από τα έργα και τις ημέρες της διαβόητης Πολιτιστικής Επανάστασης. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 στη διάρκεια του λοιμού, στην έρημο Γκόμπι εκατοντάδες εκτοπισμένοι κρατούμενοι «επιμορφώνονται» σκάβοντας ένα ατελείωτο, άχρηστο, χαντάκι, στην ουσία τους ίδιους τους τάφους τους. Οι ίδιοι οι κοιτώνες τους είναι σκαμμένοι κάτω από τη γη για να «προστατεύονται» από τον άνεμο. Το The Ditch είναι μια κυριολεκτική κατάδυση στα πιο μαύρα σκοτάδια της ανθρώπινης ύπαρξης. Σχεδόν αφώτιστα πλάνα, άνθρωποι στο κατώτατο όριο της εξαθλίωσης, λοιμοκτονία, ανθρωποφαγία, ό,τι μπορείτε να χειρότερο μπορείτε να φανταστείτε βρίσκεται εδώ. Ο Wang Bing στον αντίποδα μιας απλής διδακτικής καταγγελίας έχει φτιάξει ένα ωμό πλήρως αποδραματοποιημένο χρονικό, μια πολύτιμη υπενθύμιση για το πιο αποκρουστικό κομμάτι του ανθρώπινου είδους και τη διαστροφή της εξουσίας. Χρειάζεται μεγάλες αντοχές για να το παρακολουθήσεις, υπήρξε όμως κατά τη γνώμη μου η πιο αδικημένη ταινία στο φετινό Φεστιβάλ Βενετίας.

Advertisements

Κάπου

Σεπτεμβρίου 13, 2010

[Somewhere: παιχνίδια με την κόρη μου]

Μέχρι τη στιγμή που έσκασε  το Somewhere και μαζί το χειλάκι μας η φετινή Βενετία έμοιαζε με τόπο μαρτυρίου. Της μετριότητας, δηλαδή ό,τι χειρότερο μπορεί να σου τύχει. Περιττό να πω ότι είχα τις μεγαλύτερες επιφυλάξεις μετά τη Μαρία Αντουανέτα. Και όμως η Σοφία Κόπολα με την τέταρτη ταινία της περνάει πια σε μια άλλη κατηγορία. Είναι η πιο ώριμη δουλειά της και ας μοιάζει, θα πουν κάποιοι, με το Χαμένοι στη Μετάφραση. Τα πρώτα 45 λεπτά είναι ένα καθαρό αριστούργημα με  το Λος Άντζελες και το Chateau Marmont ιδανικούς συμπρωταγωνιστές. Ο πρόλογος (κανά δυο λεπτά) μαζί με το φινάλε φτιάχνουν τον τελειότερο κύκλο (κυριολεκτικά),  οι δύο αξέχαστες σκηνές με τις δίδυμες χορεύτριες (δεν κάνει να πούμε παραπάνω) αποτελούν την τέλεια σύνοψη μιας ολόκληρης ταινίας για το πέρασμα του χρόνου και της νιότης κοιταγμένα αυτή τη φορά μέσα από τα μάτια ενός άνδρα. Ποιός θα το φανταζόταν ότι μια γυναίκα μπορεί να μπει τόσο βαθιά μέσα στην ανδρική ψυχοσύνθεση; Ο μέχρι πρότινος «καμένος» Στίβεν Ντορφ έχει εδώ με ένα φοβερό ρόλο την ευκαιρία να φτάσει εκεί που δεν ονειρεύτηκε-καταλαβαίνετε τι εννούμε.  Ό,τι και να λέγεται μεταξύ κουτσομπολιού και κακίας για τη βράβευση της δια χειρός Ταραντίνο μοιάζουν πολύ λίγα για να αμφισβητήσουν μια από τις ταινίες της χρονιάς.