Κυνόδοντας 2

Ιουνίου 3, 2009

 Kynodontas_24

[Κυνόδοντας: όπως λέγαμε και όταν πήραμε το Euro, ψυχραιμία]

Μέσα στην καρδιά του φεστιβάλ και με τα μεγάλα ονόματα να παρελάζουν το ένα μετά το άλλο τις τελευταίες ταινίες τους (από τον σκανδαλιστικό Αντίχριστο του Λαρς Φον Τρίερ ως το «ποδοσφαιρικό» Looking for Eric του Κεν Λόουτς) ήρθε επιτέλους και η στιγμή να ασχοληθούμε με κάτι ελληνικό. Όχι από κάποια διάθεση πατριδολατρείας ή ανασφάλειας στις παγκοσμιοποιημένες Κάννες. Το αντίθετο μάλιστα. Ο Κυνόδοντας άλλωστε του Γιώργου Λάνθιμου (πρώτη ελληνική συμμετοχή στο τμήμα «Ένα Κάποιο Βλέμμα») δεν είναι μια συνηθισμένη ελληνική ταινία, αλλά μια ανορθόδοξη κινηματογραφική πρόταση με διεθνή διαπιστευτήρια που θα μπορούσε να σταθεί στις οθόνες οποιασδήποτε πόλης στον πλανήτη. Όχι βέβαια ότι είναι για όλα τα γούστα. Ο Λάνθιμος έχει στήσει έναν διασκεδαστικό γρίφο που δεν επιζητά μια προφανή λύση και δεν αφήνει και πολλά περιθώρια συναισθηματικής εμπλοκής για το θεατή. Μια οικογένεια κρατά τα τρία παιδιά της (δυο κορίτσια και ένα αγόρι, όλα γύρω στην εφηβεία και λίγο παραπάνω) κλεισμένα στα όρια της πολυτελούς κατοικίας τους παρέχοντάς τους κάθε άνεση και πείθοντάς τους ότι ο εξωτερικός κόσμος είναι μια διαρκής απειλή και η οικογενειακή εστία η μόνη ασφάλεια. Τα παιδιά έχουν μεγαλώσει και εξακολουθούν να ζουν εντελώς αποκομμένα από τον υπόλοιπο κόσμο μέσα από μια σειρά κανόνων και κανονισμών. Ο κυνόδοντας του τίτλου αντιπροσωπεύει τον απόλυτο κανόνα του σπιτιού, ότι για να είναι έτοιμος κάποιος να βγει εκεί έξω πρέπει πρώτα να πέσει ο ένας από τους κυνόδοντές του και ύστερα ξαναφυτρώσει, ποτέ δηλαδή. Μόνο ο πατέρας, ο πάντα έξοχος Χρήστος Στέργιογλου, βγαίνει εκτός κατοικίας για να εργαστεί σε κάποιο εργοστάσιο ως στέλεχος. Παράλληλα μια κοπέλα που εργάζεται ως security στο εργοστάσιο είναι ο μοναδικός επισκέπτης του σπιτιού για να ικανοποιεί τις σεξουαλικές τους ανάγκες. Η μητέρα, μια επίσης φοβερή Μισέλ Βάλει, έχει δεχτεί στωικά το παράξενο αυτό παιχνίδι παράλληλα όμως είναι η μόνη που φαίνεται να υποφέρει για την τύχη των παιδιών. Κάποια στιγμή ο «έξω κόσμος» θα διεισδύσει έστω και ελάχιστα (καθόλου τυχαία με δύο βιντεοκασέτες) στη ζωή των παιδιών προκαλώντας τη μοιραία ρωγμή στο απόλυτα ελεγχόμενο περιβάλλον. Η ιδέα της επιβολής μια ζωής αποκομμένης από τον έξω κόσμο χρησιμοποιώντας ως μέσο το φόβο και την παραπλάνηση δεν είναι σίγουρα καινούρια στο σινεμά. Ο Μ. Νάιτ Σιάμαλαν στο ευφυές Σκοτεινό Χωριό και πιο παλιά ο Αρτούρο Ριπστάιν στο Κάστρο της Αγνότητας είχαν χρησιμοποιήσει την ίδια παραβολή για να μιλήσουν ο πρώτος για το φόβο της αμερικανικής κοινωνίας στην μετά την 11η Σεπτεμβρίου εποχή, ο δεύτερος για την απολυταρχική εξουσία. Ο Λάνθιμος στήνει τη δικιά του ταινία σαν μια μαύρη κωμωδία όπου η γλώσσα πάνω από όλα χρησιμοποιείται ως απόλυτο μέσο διαστροφής της πραγματικότητας και μάλιστα με απολαυστικά αποτελέσματα που δεν μεταφέρονται στο χαρτί δυστυχώς. Αποφεύγει οποιαδήποτε αναφορά σε τόπο, χρόνο, κοινωνικό περιβάλλον, αν οι ήρωές τους δεν μιλούσαν ελληνικά θα μπορούσαν  να ζουν οπουδήποτε. Η προσπάθεια δημιουργίας ενός διαχρονικού και εντελώς αποστασιοποιημένου στοχασμού πάνω στην ανθρώπινη φύση είναι προφανής ταυτόχρονα όμως και το αδύναμο σημείο της παραβολής που αρνείται να απαντήσει οποιοδήποτε ερώτημα για το ποιοι είναι και από που έρχονται αυτοί οι άνθρωποι που παρατηρούμε σαν να βρίσκονται σε κάποιο ενυδρείο. Το συμπέρασμα άλλωστε ότι η ανθρώπινη φύση είναι φτιαγμένη για να αναζητά ό,τι της απαγορεύουν μοιάζει εντελώς κοινότοπο. Ο Κυνόδοντας είναι φτιαγμένος για να συζητηθεί και είναι δουλεμένος με αληθινή μαεστρία. Δεν θα παραληρήσουμε όπως κάποιοι συνάδελφοι (η ελληνική αμετροέπεια) για αριστούργημα όμως ο Λάνθιμος έχει καταφέρει να φτιάξει ένα ολότελα δικό του σύμπαν αποδεικνύοντας ότι αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα του εγχώριου κινηματογράφου και όχι μόνο.

(Λ.Α)

(όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΜΕΤΡΟ στις 20/5/09, ανταπόκριση από τις Κάννες)