Greek Weird Cinema

8 Δεκεμβρίου, 2013

miss-violence
Ελπίζω ότι δεν υπάρχει στα αλήθεια greek weird cinema, μια αποτυχημένη προσπάθεια ομαδοποίησης ταινιών που είναι δύσκολο να τις κατατάξεις. Για να καταλάβει κανείς πόσο κακό μπορεί να κάνει μια εφήμερη ταμπέλα σκεφτείτε ότι το τελευταίο Sight and Sound γράφτηκε ότι «το Luton είναι το καρφί στο φέρετρο του greek weird cinema». Αν ήμουν σκηνοθέτης θα αισθανόμουν πολύ άσχημα και καταλαβαίνω τον Αλέξανδρο Αβρανά που είπε ότι δεν υπάρχει τέτοιο ρεύμα «με δυόμισι ταινίες». Οι δημοσιογράφοι, οι προγραμματιστές των Φεστιβάλ ακόμη και οι sales agents και οι παραγωγοί αγαπούν να φτιάχνουν μόδες, ρεύματα, οτιδήποτε μπορεί να ομογενοποιήσει ταινίες ώστε να «πουληθούν». Το αναμφισβήτητο γεγονός είναι ότι οι ελληνικές ταινίες έχουν ανέβει επίπεδο, αλλά την ίδια στιγμή η Ελλάδα πουλάει λόγω επικαιρότητας καθώς όλοι θέλουν να δουν εικόνες και ιστορίες μιας χώρας σε διάλυση, ή να ανακαλύψουν και πάλι σκηνοθέτες που κάνουν ηρωικά ταινίες χωρίς χρήματα κλπ. Συχνά είναι μια ματιά σχεδόν «αποικιοκρατική» οπτική ή απλά μια ευκολία για προγραμματιστές Φεστιβάλ που ακολουθούν το συρμό-και είναι πολλοί αυτοί. Το μόνο κοινό συνεκτικό στοιχείο είναι ότι σε μεγάλο βαθμό οι ταινίες αυτές περιστρέφονται αναπόφευκτα γύρω από αυτό που ζούμε, άλλες με μεγαλύτερη επιτυχία άλλες όχι, η δε ελληνική οικογένεια κινδυνεύει να γίνει ξεχωριστό genre. Αυτό είναι ως ένα βαθμό αναπόφευκτο με αυτά που ζούμε θα πει κανείς αλλά για μένα μοιάζει σαν όλοι να προσπαθούν ψυχαναγκαστικά να αιχμαλωτίσουν ένα κομμάτι από την κρίση και την «πτώση» μας στις ταινίες τους λες και αν για παράδειγμα έκαναν σινεμά είδους ή κομεντί θα ήταν «ένοχοι». Προσωπικά λαχταρώ να δω την ελληνική Frances Ha αλλά αργεί φοβάμαι γιατί το να μιλήσεις πια για τους έρωτές σου, τη φιλία, ή τις παρέες σου μοιάζει σήμερα υπερβολικά ελαφρό. Ας σκεφτεί πάντως κανείς ότι εξωστρέφεια δεν είναι μόνο τα διεθνή Φεστιβάλ αλλά και το ελληνικό κοινό που φαίνεται να απέχει ηχηρά από το διεθνή θρίαμβο του ελληνικού σινεμά..

Λευτέρης Αδαμίδης
(αφιέρωμα, περιοδικό Εξώστης Νοέμβριος 2013)


66ο Φεστιβάλ Καννών: ο θρίαμβος του καλλιτεχνικού σινεμά

8 Δεκεμβρίου, 2013

imagesCAKPR7K0
Το 66ο Φεστιβάλ Καννών μετά από ένα καυτό από κάθε άποψη κινηματογραφικό δεκαήμερο που τα είχε σχεδόν όλα είναι πια παρελθόν αφήνοντας πίσω του μια σημαντική σοδειά από ταινίες που δεν ξέρουμε αν θα μείνουν στην Ιστορία ή αν θα λάμψουν στο box office, αλλά που σίγουρα συνιστούν ένα θρίαμβο του καλλιτεχνικού σινεμά με τη σφραγίδα μάλιστα των εξαιρετικά ισορροπημένων βραβείων που διαχειρίστηκε άψογα ο πρόεδρος της κριτικής Στίβεν Σπίλμπεργκ και τα εκλεκτά μέλη της. Αρκεί κανείς να σκεφτεί τη βράβευση του Αμάτ Εσκαλάντε για το βίαιο και λοιδωρημένο από την κριτική Heli ή το βραβείο σεναρίου για το A Touch of Sin του Τζία Ζανγκέ. Χωρίς να ξεχνάμε την ψήφο εμπιστοσύνης στο «άλλο» αμερικανικό σινεμά των αδερφών Κοέν με το αριστουργηματικό Inside Llewyn Davies που δείχνει ότι τα τρομερά αδέρφια δεν έχουν ενδώσει ποτέ ολοκληρωτικά στο χολιγουντιανό σινεμά ή το βραβείο στον φοβερό Μπρους Ντέρν για τη συγκινητική μινιμαλιστική Nebraska του Αλεξάντερ Πέιν ένα αληθινό διαμάντι απλότητας και ανθρωπιάς. Μαζί τα βραβεία αποτελούν και ένα θρίαμβο του queer cinema σε μια εποχή που το θέμα των δικαιωμάτων των ομόφυλων ζευγαριών βρίσκεται ψηλά στην πολιτική ατζέντα σε ένα πλήθος από χώρες. Η δίκαιη βράβευση με το Χρυσό Φοίνικα της ταινίας του Αμπντελατίφ Κεσίς La Vie d’ Adele για το θυελλώδη έρωτα δύο κοριτσιών, αλλά και του ακόμη πιο τολμηρού και εξαιρετικού L’ Inconnu Du Lac, μια ιστορία πάθους και εγκλήματος ανάμεσα σε δύο άντρες αυτή τη φορά δια χειρός Αλέν Γκιροντί που έφυγε με το βραβείο σκηνοθεσίας στο τμήμα «Ένα Κάποιο Βλέμμα» αποτελούν και πολιτικές χειρονομίες όσο και αν το αρνήθηκαν οι κριτικές επιτροπές που έδωσαν τα βραβεία. Εξίσου τολμηρή καλλιτεχνικά η βράβευση με το μεγάλο βραβείο του τμήματος «Ένα Κάποιο Βλέμμα» του L’ Image Manquante του Ρίτι Παν ενός ευφυούς ντοκιμαντέρ όπου ο σκηνοθέτης συνδυάζει αρχειακό υλικό και κούκλες claymation για να διηγηθεί την προσωπική του ιστορία επιβίωσης την εποχή της τρομοκρατίας των Κόκκινων Χμερ στην Καμπότζη. Κοιτώντας συνολικά το φετινό πρόγραμμα των Καννών εύκολα μπορεί να δει κανείς ότι η αφρόκρεμα των ταινιών συγκεντρώθηκε ασφυκτικά στα επίσημα τμήματα (Διαγωνιστικό, Ένα Κάποιο Βλέμμα) αφήνοντας ελάχιστες σπουδαίες στιγμές στα υπόλοιπα με φωτεινές εξαιρέσεις το A Selfish Giant της Κλίο Μπάρναρντ στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών και το γλυκύτατο Lunchbox από την Ινδία που δεν θα μας έκανε εντύπωση αν έφτανε μέχρι το ξενόγλωσσο Όσκαρ. Αφήσαμε για το τέλος τη δική μας αποκάλυψη που δεν είναι άλλη από την ταινία του Φιλιππινέζου Λαβ Ντίαζ Norte, the End of History από το τμήμα «Ένα Κάποιο Βλέμμα» που παρά την τετράωρη διάρκειά της αποτελεί μια καθηλωτική εμπειρία, μια συγλονιστική παραλλαγή του αριστουργήματος του Ντοστογιέφσκι «Έγκλημα και Τιμωρία» τοποθετημένη στις ημέρες μας και με επιρροές από το σινεμά του Αντρέι Ταρκόφσκι. Το έπος του Ντίαζ, που περνά πλέον στην πρώτη κατηγορία των διεθνών δημιουργών και είναι τέτοια η αίσθηση που δημιούργησε που πιστεύουμε ότι πολύ πιθανά θα τον δούμε σύντομα στο διαγωνιστικό. Δε μένει παρά να ευχηθούμε, και του χρόνου!

Λευτέρης Αδαμίδης
(περιοδικό Εξώστης, Μάιος 2013)


66ο Φεστιβάλ Καννών: λίγο πριν το τέλος

8 Δεκεμβρίου, 2013

lewindavies
Τρεις μέρες μας χωρίζουν μόλις από το φινάλε του φετινού Φεστιβάλ Καννών και μαζί απομένουν να προβληθούν οι ταινίες των Αλεξάντερ Πέιν, Τζέιμς Γκρέι, Τζιμ Τζάρμους και Ρομάν Πολάνσκι και αυτό που μπορούμε να πούμε με σιγουριά είναι ότι η σοδειά μπορεί να μη μοιάζει αξέχαστη και να είναι ίσως κατώτερη από την περσινή σίγουρα όμως δεν ήταν μια αδιάφορη χρονιά η φετινή. Τουλάχιστον στο καλλιτεχνικό της κομμάτι καθώς στο εμπορικό λίγες είναι οι ταινίες που μοιάζουν να έχουν τα φόντα να πετύχουν κάτι αξιόλογο στις αίθουσες και πόσο μάλλον στις ελληνικές. Και όπως κάθε χρόνο οι περισσότερες ταινίες έχουν ήδη αγοραστεί για την Ελλάδα και μάλιστα όχι σε «τιμές κρίσης». Το Inside Llewyn Davies των αδερφών Κοέν παραμένει μέχρι τώρα η αγαπημένη ταινία του φεστιβάλ για κριτικούς και όχι μόνο και καθόλου άδικα, χαρίζοντας μεταξύ άλλων και το χαμόγελο σε μια ιδιαίτερα σκοτεινή χρονιά όπου σε μεγάλο βαθμό οι ταινίες περιστρέφονται γύρω από τη βία ή το θάνατο. Μιλώντας για βία το Only God Forgives του Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν την είχε και με το παραπάνω σε μια σκοτεινή, κλειστοφοβική κατάδυση στην κόλαση που όμως αποξενώνει πλήρως, απαιτεί αληθινά γερό στομάχι και μοιάζει προορισμένη για μεταμεσονύχτιες προβολές. Ο Θεός μπορεί να συγχωρεί, αναρωτιόμαστε αν θα κάνει το ίδιο και ο θεατής. Πλήρης, απογοήτευση προσωπικά και από την απόπειρα του Πάολο Σορεντίνο να συνεχίσει τη Γλυκιά Ζωή εκεί όπου την άφησε ο Φελίνι σε μια γκροτέσκα περιήγηση στη σύγχρονη μετα-Μπερλουσκονική Ρώμη με ξεναγό τον πάντα καλό Τόνι Σερβίλο ως σχεδόν Δαντική φιγούρα, άνισο το Un Chateau en Italie της Βαλέρια Μπρούνι Τεντέσκι που μοιάζει να παγιδεύεται από το διπλό ρόλο μπροστά και πίσω από την κάμερα σε μια γεμάτη αυτοβιογραφικές πινελιές ιστορία αστικού ξεπεσμού και γυναικείας, μετά τα σαράντα, υστερίας. Αρκετά ακαδημαϊκός Ο Στίβεν Σόντερμπεργκ στο Behind the Candelabra ευτύχησε να έχει ένα πολύ καλό Μάικλ Ντάγκλας ως Λιμπεράτσε σε μια ερμηνεία που θα παίξει στα βραβεία. Στιβαρό και συγκινητικό το Grisgris του Μαχάματ- Σαλέ Χαρούν επιβεβαιώνει ότι αποτελεί έναν από τους σπουδαίους δημιουργούς όχι μόνο της Αφρικής αλλά του παγκόσμιου σινεμά. Η ιστορία του Γκριγκρί ενός νεαρού χορευτή με παράλυτο το αριστερό πόδι που θα κάνει το παν για να σώσει τον άρρωστο πατέρα του και τη γυναίκα που ερωτεύεται μπορεί να μοιάζει κλισέ αλλά είναι τόσο βαθιά ανθρώπινη που δύσκολα μπορείς να αντισταθείς και επιφυλάσσει και ένα εκπληκτικό φινάλε ύμνο στην ανθρώπινη αλληλεγγύη. Αφήσαμε για το τέλος το τρίωρο Κασσαβετικό έπος La Vie d’ Adele του Αμπντελατίφ Κεσίς με τις Λέα Σεϊντού και Αντέλ Εξαρχόπουλος να δίνουν αληθινά ρεσιτάλ ερμηνείας στο χρονικό μιας αδιέξοδης θυελλώδους σχέσης σε μια καθαρά βιωματική ταινία σπάνιας αμεσότητας που βάζει και αυτή υποψηφιότητα για τα μεγάλα βραβεία του Φεστιβάλ.
Λευτέρης Αδαμίδης
(δημοσιεύτηκε στον Εξώστη, Μάιος 2103)


66ο Φεστιβάλ Καννών: το πρώτο μισό

8 Δεκεμβρίου, 2013

touchofsin
Οι φετινές σχεδόν ασταμάτητα βροχερές Κάννες θα μείνουν στη ιστορία μάλλον ως ένας παράξενος συνδυασμός γεγονότων όπως η κλοπή των κοσμημάτων της Chopard και οι πυροβολισμοί στη συνέντευξη των Ντανιέλ Οτέιγ και Κριστόφ Βαλτζ και πιθανά (ο χρόνος και το μέλλον θα το δείξει) μεγάλων ταινιών. Μπορεί η φετινή επιλογή να φάνταζε λίγο ισχνή και μάλλον επίφοβη στα χαρτιά να όμως που για άλλη μια φορά το μεγάλο φεστιβάλ έδειξε ότι ξέρει και ακόμη περισσότερο μπορεί να διαλέγει πάντα τα καλύτερα. Το Le Passe του Ασγκάρ Φαραντί, η πιο αναμενόμενη ίσως ταινία του φεστιβάλ, πάει ένα βήμα πιο πέρα από το Ένας Χωρισμός αποδεικνύοντας ότι πάνω από όλα έχουμε να κάνουμε με ένα σεναριογράφο ολκής και μια ταινία ψιλοβελονιά που είναι από τα φαβορί για το Χρυσό Φοίνικα. Ο Φαραντί θυμίζοντας στη γραφή του τον Ρενουάρ δημιουργεί μέσα από μια πολύπλοκη ιστορία ένα μοναδικό στοχασμό πάνω στην αδυναμία μας να ανιχνεύσουμε πλήρως το παρελθόν και από το οποίο είναι αδύνατο να ξεφύγουμε. Οι αδερφοί Κοέν έδειξαν στο Inside Llewyn Davies ότι εκτός από Οσκαρικές ταινίες ξέρουν να κάνουν και απόλυτα προσωπικές ταινίες όπως αυτή η μοναδική ανάπλαση του Γκρίνουιτς Βίλατζ και της φολκ σκηνής του όπως θα την ονειρευόταν ο …Κάφκα με ήρωα όχι βέβαια τον Μπομπ Ντίλαν έναν από τους καλύτερους loosers που έφτιαξαν ποτέ και μια …γάτα που γράφει ιστορία. Από κοντά στη μάχη για κάποιο από τα μεγάλα βραβεία και ο Τζία Ζανγκέ στο βίαιο A Touch of Sin πλάθει ένα μοναδικό επικό και ολότελα σκοτεινό πανόραμα μέσα από τέσσερις ιστορίες μιας Κίνας που μαζί με το ΑΕΠ της ανεβάζει κατακόρυφα τη διαφθορά και τη βία. Στον αντίποδα ο Χιροκάζου Κόρε Έντα στο Like Father, Like Son αναρωτιέται σε ένα έξοχο χαμηλότονο κομψοτέχνημα αν οι οικογένειες φτιάχνονται από το αίμα ή από τους δεσμούς αγάπης μέσα από την ιστορία ενός πατέρα που ανακαλύπτει ότι ο εξάχρονος γιος του ανήκει σε μια άλλη οικογένεια καθώς το μαιευτήριο μπέρδεψε τα μωρά! Απολαυστικός και ο Οζόν με το Young and Beautiful ανακαλύπτει ένα νέο ταλέντο στο πρόσωπο της πανέμορφης και γνωστής ως μοντέλο Μαρίνα Βαχτ που ενσαρκώνει μια δεκαεφτάχρονη που εξερευνά τη σεξουαλικότητά της μέσα από την πορνεία. Ίσως όχι για όλα τα γούστα ο καυστικός Borgman του Άλεξ Βαν Βαρμερντάμ, μια αλλόκοτη ανατρεπτική κωμωδία μακρινός απόγονος του Θεωρήματος του Παζολίνι και σίγουρα μια από τις ταινίες που θα συζητηθούν πολύ. Τέλος, στο επίπεδο των ερμηνειών οι Μπενίσιο Ντελ Τόρο και Ματιά Αμαλρίκ δίνουν τα ρέστα τους στο εξαιρετικά ενδιαφέρον Jimmy P. (Psychotherapy of a plains Indian) ως ψυχαναλυόμενος Ινδιάνος πολεμιστής του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και ψυχαναλυτής αντίστοιχα, στην βασισμένη σε αληθινή ιστορία πρώτη και επιτυχημένη επί αμερικανικού εδάφους ταινία του Αρνό Ντεπλεσάν. Και μην ξεχνάμε ότι ακολουθεί η επέλαση των αμερικανών!
Λευτέρης Αδαμίδης
(περιοδικό Εξώστης, Μάιος 2013)


63ο Φεστιβάλ Βερολίνου: η χρυσή μετριότητα

8 Δεκεμβρίου, 2013

Prince-Avalanche-still-2
Τώρα που η μεγάλη γιορτή έχει ολοκληρωθεί και τα βραβεία έχουν δοθεί μπορούμε να το πούμε με απόλυτη βεβαιότητα ότι τη φετινή Berlinale δύσκολα θα τη θυμόμαστε μετά από λίγο καιρό και αναρωτιόμαστε ειλικρινά κατά πόσο θα αφήσουν κάτι πίσω τους και τα μεγάλα βραβεία της. Πόσο μάλλον ποια θα είναι η τύχη τους στις αίθουσες. Η ταινία πάντως που αναμφισβήτητα έκλεψε τις καρδιές κοινού και κριτικών, η εκπληκτική Gloria του Σεμπαστιάν Λελιό «τιμωρήθηκε» μάλλον τελικά γιατί άρεσε πολύ και έμεινε μόνο με το βραβείο παρηγοριάς της φοβερής πρωταγωνίστιας Παουλίνα Γκαρσία. Φοβόμαστε όμως ότι αυτή η ταινία θα είναι η ισχυρότερη ανάμνηση της φετινής διοργάνωσης και μάλλον η μόνη ταινία που περιμένει ένα μεγάλο κοινό να την ανακαλύψει. Ίσως πάλι το Βερολίνο να αισθάνεται έντονα την ανάγκη να επιβραβεύσει το ευρωπαικό προιόν καθώς σε αυτό ακριβώς στηρίζεται παραδοσιακά. Η γκρίνια πάντως ήταν τέτοια για τις φετινές επιλογές του διευθυντή Ντίτερ Κόσλικ που ολόκληρος υπουργός πολιτισμός έσπευσε να τον υπερασπιστεί, τονίζοντας μάλιστα ότι η αγορά του Φεστιβάλ θα ενισχυθεί ακόμη περισσότερο του χρόνου με νέες αίθουσες. Όπως και να έχει, επιστρέφοντας στα βραβεία, μπορεί να χαίρεται κανείς που η Χρυσή Άρκτος κατέληξε στο ρουμανικό Childs Pose, προσωπικά όμως θα ευχόμασταν να βρισκόμασταν σε μια πιο δυνατή επιλογή και όχι στην πεπατημένη. Συγκινητική και η ντοκιμαντερίστικη ματιά του Ντάνις Τάνοβιτς στο An Episode in the life of an Iron Picker , μοιάζει όμως με μια ταινία που για τους αδερφούς Νταρντέν θα καλυπτόταν με μια άσκηση μικρού μήκους. Και οι δύο βραβεύσεις μαζί με το πολιτικά ορθό βραβείο σεναρίου στον Τζαφάρ Παναχί για το Parde δείχνουν μια αμηχανία και απλά μια φροντίδα να διατηρηθεί ψηλά το πολιτικό προφίλ του Φεστιβάλ. Αντίθετα εκτός διακρίσεων έμεινε άδικα και η μεστή και συγκινητικά δωρική Καμίλ Κλοντέλ του Μπρούνο Ντιμόν, μια ακόμη σπουδαία στιγμή του ρηξικέλευθου δημιουργού που συνεχίζει να εξερευνά τη σχέση ανάμεσα στην τέχνη και την διαταραχή, ανάμεσα στο υπερβατικό της δημιουργίας και το θείο. Από τις πιο ευχάριστες βραβεύσεις αυτή του Ντέιβιντ Γκόρντον Γκριν για το Prince Avalanche ένα αστείο όσο και συγκινητικό buddy movie ριμέικ της ισλανδικής με υπέροχη μουσική από τους Explosions in the Sky, μια ταινία που σηματοδοτεί την ευπρόσδεκτή επιστροφή του σκηνοθέτη στην εποχή του George Washington και κυρίως του All the Real Girls. Στα θετικά του Φεστιβάλ η απόλυτα επιτυχημένη παρουσία των ελληνικών ταινιών στο Φόρουμ και η συγκίνηση να ακούμε από κριτικούς και διεθυντές φεστιβάλ τα συγχαρητήρια για την καλλιτεχνική αντοχή της χώρας, ενώ αξίζιε να σημειώσουμε τη συμμετοχή του Θάνου Αναστόπουλου και της Ελίνας Ψύκου σε ένα επιτυχημένο πάνελ στα πλαίσια του Talent Campus με θέμα το σινεμά στα χρόνια της κρίσης. Δεν απομένει παρά να ευχηθούμε και του χρόνου καλύτερα από όλες τις πλευρές!
Λευτέρης Αδαμίδης
(Δημοσιεύτηκε στον Εξώστη, Φεβρουάριος 2013)


63ο Φεστιβάλ Βερολίνου: στα μισά της διαδρομής

8 Δεκεμβρίου, 2013

l43-gloria-cinema-131015182015_big
Μπορεί ο καιρός της φετινής Berlinale να ήταν ο καλύτερος που θυμόμαστε τα τελευταία χρόνια, δεν ισχύει όμως το ίδιο για το πρόγραμμα που μοιάζει με ένα από τα πιο αδύνατα που έχουμε συναντήσει. Τουλάχιστον μέχρι τη μέση της διοργάνωσης. Αν όμως σκεφτεί κανείς ότι η παράδοση θέλει οι μεγάλες ταινίες να προβάλλονται το πρώτο σαββατοκύριακο, τότε πιθανότατα τα ακόμη χειρότερα έπονται. Για την ώρα πάντως υπάρχει μια ταινία που συζητιέται παντού και ταυτόχρονα έχει βρει διανομή παντού (και στη χώρα μας βέβαια) και δεν είναι παρά μια ανέλπιστη έκπληξη από τη Χιλή με τον δημιουργό της Σεμπαστιάν Λελιό, ένας άνισος σκηνοθέτης (Sagrada Famiglia, Navidad) να βρίσκει εδώ με τη βοήθεια του παραγωγού Πάμπλο Λαρέν (ΝΟ) το στόχο του. Η Gloria, το πορτρέτο μιας ώριμης γυναίκας που μετά το χωρισμό της εξακολουθεί να ψάχνει τον έρωτα σε κάθε μέρος και με κάθε ευκαιρία ξεσήκωσε το Βερολίνο με τη γλυκόπικρη ματιά της την τολμηρότητα και το φεμινισμό της και έβαλε υποψηφιότητα για κάποιο από τα μεγάλα βραβεία μαζί και αυτό της εκπληκτικής πρωταγωνίστριας. Έχει άλλωστε μια σκηνή ανθολογίας παρωδίας της ομότιτλης ταινίας του Κασσαβέτη αλλά και το γνωστό κομμάτι που κλείνει την ταινία και θα κάνει πολύ κόσμο να το σιγοτραγουδήσει. Η Ελλάδα από την άλλη μεριά είναι και αυτή στο επίκεντρο του φεστιβάλ τόσο με τις «μικρές» ταινίες του Φόρουμ (ξεχώρισε το «Στο Λύκο» με τη συγκλονιστική ματιά του στην ελληνική επαρχία) ός και με το αριστοτεχνικό Before Midnight του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ που γυρίστηκε στην Πελοπόννησο και κουβαλά τη χώρα μας σε κάθε του πλάνο. Στο ελληνικό πάρτι μάλιστα το καστ της ταινίας (Ίθαν Χοκ και Ζιλί Ντελπί) εμφανίστηκε παρέα με τους έλληνες σκηνοθέτες σε μια πανέμορφη βραδιά που κράτησε ως τις μικρές ώρες της νύχτας. Ο Λινκλέιτερ στο τελευταίο κομμάτι της τριλογίας με ήρωες τους Τζέσε και την Σελίν (έχουν προηγηθεί στα Before Sunrise και Before Sunset) συνθέτει μια αριστουργηματική γλυκόπικρη σπουδή πάνω στο γάμο και τη διάλυση του ρομαντισμού και των νεανικών ονείρων και ένα αληθινό μάθημα πάνω στη διεύθυνση των ηθοποιών. Στις υπόλοιπες ταινίες του διαγωνιστικού, μέτρια η υποδοχή του πολλά υποσχόμενου Childs Pose από τη Ρουμανία που δείχνει το κάποτε ακμαίο νέο ρουμανικό σινεμά να επαναλαμβάνεται, στροφή για τον Μπρούνο Ντιμόν σε πιο βατούς δρόμους με την Καμίλ Κλοντέλ με μια εξαιρετική Ζιλιέτ Μπινός στο ρόλο της αδερφής του Πολ Κλοντέλ και αντάξιας του Ροντέν γλύπτριας που πέρασε τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής της σε άσυλο μια ιστορία που στα χέρια του διαβόητου σκηνοθέτη μετατρέπεται σε ένα στοχασμό πάνω στη δύναμη της τέχνης που ξεπερνά την κοινή λογική. Απογοήτευση σχετικά και με τις δύο γερμανικές συμμετοχές (Gold, Layla Fourie ) συγκινητική η παρουσία του Τζαφάρ Παναχί μπροστά και πίσω από την κάμερα στο πολύ ενδιαφέρον αλλά όχι στο ύψος των παλιότερων ταινιών του Parde γυρισμένο παράνομα στο Ιράν και που μάλλον επίσης θα διεκδικήσει κάποιο από τα βραβεία.
Λευτέρης Αδαμίδης
(Δημοσιεύτηκε στον Εξώστη, Φεβρουάριος 2013)


63ο Φεστιβάλ Βερολίνου: Ελλάδα παντού!

8 Δεκεμβρίου, 2013

images
Μπορεί το φετινό Βερολίνο να ανοίγει τις πόρτες του σήμερα με το πολυαναμενόμενο The Grandmaster του πρoέδρου της κριτικής επιτροπής Γουόνγκ Καρ Βάι ή να φιλοξενεί την ευρωπαική πρεμιέρα και μαζί το λαμπερό καστ του Les  Miserables,αναμφισβήτητα όμως στα καθ’ ημάς την παράσταση κλέβουν οι πέντε (!) ελληνικές συμμετοχές, όλες μάλιστα συγκεντρωμένες στο εκλεκτικό τμήμα Φόρουμ του Φεστιβάλ. Κάποιες από αυτές έρχονται από Έλληνες του εξωτερικού όπως το Echolot του Αθανάσιου Καρανικόλα και το Στο Λύκο της Χριστίνας Κουτσοσπύρου και του Άραν Χιούζ, μία έχει γυριστεί στη Νότια Αφρική από τον Χάρη Πατραμάνη (Fynbos), ενώ την πεντάδα συμπληρώνουν Η Κόρη του Θάνου Αναστόπουλου και Η Αιώνια Επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά της πρωτοεμφανιζόμενης Ελίνας Ψύκου. Αν προσθέσει κανείς και την εκτός συναγωνισμού προβολή του γυρισμένου στην Ελλάδα Before Midnight του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ και την παρουσία της Αθηνάς-Ραχήλ Τσαγγάρη (Attenberg), που έχει και ένα μικρό ρόλο στην ταινία, στην κριτική επιτροπή του Φεστιβάλ, μπορούμε να μιλήσουμε για κανονική ελληνική απόβαση. Ξεπερνώντας τους εγχώριους πανηγυρισμούς, το επίσημο διαγωνιστικό  φετινή Μπερλινάλε μοιάζει με ένα από τα λιγότερο τολμηρά των τελευταίων ετών φιλοξενώντας για παράδειγμα ελάχιστα σκηνοθετικά ντεμπούτα (Harmony Lessons από το Καζακστάν, The Necessary Death of Charlie Countryman του Φρέντρικ Μποντ κατευθείαν από το Φεστιβάλ του Σάντανς) κάτι παράδοξο για ένα φεστιβάλ που παραδοσιακά συστήνει νέα ταλέντα. Από τα πιο ηχηρά ονόματα που διαγωνίζονται ξεχωρίζουν το Promised Land του Γκας Βαν Σαντ που όμως αγνοήθηκε παντελώς από την οσκαρική κούρσα, η επιστροφή στη «σοβαρότητα» του Ντέιβιντ Γκόρντον Γκριν ο οποίος μετά από μια σειρά χολιγουντιανών κωμωδιών γυρνά με το Prince Avalanche στις ανεξάρτητες ρίζες του, το Side Effects του Στίβεν Σόντερμπεργκ ο οποίος δηλώνει έτοιμος να αποσυρθεί από το σινεμά,  η βιογραφία εποχής Camille Claudel 1925 δια χειρός Μπρούνο Ντιμόν με την Ζιλιέτ Μπινός στον ομώνυμο πρωταγωνιστικό ρόλο της και το τρίτο μέρος της διαβόητης τριλογίας Παράδεισος του Ούρλιχ Ζάιντλ με τίτλο Ελπίδα. Οι γερμανικές συμμετοχές αποτελούν ένα μικρό αίνιγμα με τον σπουδαίο Τόμας Αρσλάν να δοκιμάζει τις δυνάμεις του σε ένα γουέστερν (!) με τίτλο Gold και πρωταγωνίστρια την Νίνα Χος και την Πία Μαρέ (γνωστή στο κοινό της Θεσσαλονίκης καθώς όλες οι ταινίες της έχουν παρουσιαστεί στο Φεστιβάλ) να ταξιδεύει ως τη Νότια Αφρική με ένα καθαρόαιμο θρίλερ (Layla Fourie). Υψηλές προσδοκίες υπάρχουν και για τις δύο βαλκανικές συμμετοχές, το Child’s Pose του βραβευμένου με το Χρυσό Αλέξανδρο στη Θεσσαλονίκη για το Μετάλιο Τιμής Κάλιν Πίτερ Νέτσερ από τη Ρουμανία και την καινούρια ταινία του βραβευμένου με Όσκαρ Ντάνις Τάνοβιτς An Episode in the Life of an Iron Picker. Ξεχωριστή, τέλος, συμμετοχή είναι αυτή της νέας ταινίας Closed Curtains του Ιρανού Τζαφάρ Παναζί (σε συν-σκηνοθεσία με τον θεατρικό σκηνοθέτη Καμπόζια Παρτοβί), μια ακόμη κατάθεση ψυχής για το καθεστώς απαγόρευσης που εξακολουθεί να ισχύει για το σκηνοθέτη στο Ιράν.

Λευτέρης Αδαμίδης

(Δημοσιεύτηκε στον Εξώστη, Φεβρουάριος 2013)


Best of 2012

28 Δεκεμβρίου, 2012

Cosmopolis-stills-cosmopolis-31750511-1198-800

[Κρόνεμπεργκ-Καράξ, η χρονιά των λιμουζίνων]

1. Αγάπη-Μίκαελ Χάνεκε

2. The Master –Πολ Τόμας Άντερσον

3. Το Λιμάνι της Χάβρης – Άκι Καουρισμάκι

4. Οι Ακακίες –Πάμπλο Τζιορτζέλι

5. Holy Motors –Λεό Καράξ

6. Tinker Taylor Soldier Spy-Τόμας Άλφρεντσον

7. Barbara – Κρίστιαν Πέτζολντ

8. Μάρθα Μέισι Μέι και Μαρλίν – Σον Ντέρκιν

9. Τα Χιόνια του Κιλιμάντζαρο – Ρ. Γκεντιγκιάν

10. The Deep Blue Sea –Τέρενς Ντέιβις, Cosmopolis –Ντ. Κρόνεμπεργκ

Απογοητεύσεις

1. Shame – Στιβ Μακ Κουίν

Οι εξαιρετικές υποσχέσεις του Hunger μετατρέπονται σε μια από τις πιο συντηρητικές και ρηχές δημιουργίες της χρονιάς από το σχεδόν για γέλια αντονιονικό κοπιάρισμα της μητροπολιτικής αποξένωσης, μέχρι το διάχυτο πλην συγκαλυμένο μισογυνισμό και βέβαια την εξόφθαλμη ομοφοβία.

2. Killing them Softly- Άντριου Ντομινίκ

Θα μπορούσε να το καταπιεί κάποιος ως b-movie, αλλά με τόσο τρανταχτό καστ και τόσο πολιτικό κήρυγμα, μόνο ως αποτυχία μπορεί να χρεωθεί για το δημιουργό του αριστουργηματικού Η Δολοφονία του Τζέσε Τζέιμς από τον Δειλό Ρόμπερτ Φορντ.

3. Σώμα με Σώμα – Ζακ Οντιάρ

Ο Ζακ Οντιάρ εξακολουθεί να κάνει σχεδόν εναλλάξ μια σπουδαία και μια μέτρια ταινία. Μετά τις υψηλές πτήσεις του Προφήτη, ο Οντιάρ μπορεί να κερδίζει εδώ τα μέγιστα από τους ηθοποιούς του τι να το κάνεις όμως όταν ήδη έχειπροσαράξει σε προβλέψιμες μελοδραματικές ευκολίες.

Φεστιβάλ και DVD

1. Μάργκαρετ – Κένεθ Λόνεργκαν (2011)

Η πιο εμβληματική ως σήμερα ταινία για την Αμερική μετά το τραύμα της 11/9 έχει ήδη κερδίσει τη θέση της στο πάνθοεν των καταραμένων ταινιών.

2. Damsels in Distress – Γουίτ Στίλμαν (2011)

Τα χρόνια μπορεί να πέρασαν, αλλά ο δημιουργός του Metropolitan παραμένει ο πατέρας και ο μετρ του αμερικανικού διαλογικού σινεμά συναντώντας εδώ ιδανικά σε ένα εκπληκτικό κλείσιμο του ματιού τη μούσα του mumblecore (και πολλών άλλων πλέον) Γκρέτα Γκέργουιν.

3. Policeman – Ναντάβ Λαπίντ (2011)

Ένα νέο σπουδαίο ταλέντο από το Ισραήλ, μια εξαιρετική σπουδή στον ανδρικό ψυχισμό και μαζί στη συντηρητική και στρατοκρατούμενη κοινωνία του επίσημου χωροφύλακα-κράτους της περιοχής.

(Λευτέρης Αδαμίδης, λίστα για το cinemag.gr)


Τζεμ Κοέν: Καταγράφοντας την εξέγερση

17 Ιουλίου, 2012

Σε μια εποχή όπου όλοι προσπαθούν απεγνωσμένα να αποτυπώσουν την «πραγματικότητα» μέσα από κακοφτιαγμένα βιντεάκια προορισμένα για ημερήσια κατανάλωση στα κοινωνικά δίκτυα ο Τζεμ Κοέν μετατρέπει το επείγον και το εφήμερο σε αληθινή τέχνη.

Όσοι ασχολούνται με τη μουσική είναι πολύ πιθανό να έχουν ξανακούσει το όνομα του σκηνοθέτη Τζεμ Κοέν έστω και έμμεσα, αντίθετα πολύ φοβάμαι ότι όσοι ασχολούνται με το σινεμά μπορεί και να αγνοούν την ύπαρξή του. Ο σπουδαίος δημιουργός, αληθινό γέννημα θρέμμα της Νέας Υόρκης και σταθερός χρονικογράφος της, έχει υπογράψει βίντεο για τους R.E.M , τους Miracle Legion και τους Sparklehorse, έχει συνεργαστεί με την Cat Power και την Πάτι Σμιθ (υπογράφοντας μάλιστα μια δουλειά αφιερωμένη στον Βάλτερ Μπέντζαμιν), συνδέθηκε στενά με τον μακαρίτη πλέον Βικ Τσέστνατ κυρίως όμως είναι γνωστός για τη στενή συνεργασία του με τους φοβερούς και τρομερούς Fugazi  έχοντας υπογράψει μεταξύ άλλων το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ Instrument. Οι πολιτικές ευαισθησίες του Κοέν ήταν αυτές που τον έφεραν άλλωστε σε επαφή με την περίφημη αναρχική κολλεκτίβα των Ολλανδών The Ex καρπός της οποίας υπήρξε η αριστουργηματική καταγραφή της συναυλίας τους στη Νέα Υόρκη στο Building a Broken Mousetrap ένα από τα καλύτερα «concert movies» που έχουν γίνει ποτέ. Σταθερά πιστός στις ανεξάρτητες ρίζες του ο Κοέν δημιουργεί αθόρυβα εδώ και παραπάνω από δύο δεκαετίες ένα πολύτιμο πολύπλευρο έργο που αποτελείται εκτός από τις «μουσικές» δουλειές του από ντοκιμαντέρ (Benjamin Smoke, Chain), πειραματικές δημιουργίες μικρού μήκους  και εγκαταστάσεις που έχουν φιλοξενηθεί κατά καιρούς σε μερικές από τις σημαντικότερες αίθουσες τέχνης στον κόσμο.

Στο πάρκο Ζουκότι και πέρα από αυτό

Το περασμένο φθινόπωρο ο Τζεμ Κοέν άρχισε συστηματικά να επισκέπτεται το περίφημο πια πάρκο Ζουκότι αρχικά με μια super 8 κάμερα και αργότερα με μια ψηφιακή κάμερα υψηλής ευκρίνειας, κυκλοφορώντας αθόρυβα ανάμεσα στα συναθροισμένα πλήθη του κινήματος Occupy Wall Street, καταγράφοντας κάποιες διαφορετικές όψεις ενός από τα πιο προβεβλημένα γεγονότα των τελευταίων μηνών. Απέναντι στον κατακλυσμό από εκατοντάδες βίντεο που καταγράφουν τις βίαιες κινητοποιήσεις με στόχο το θέαμα, αναζητώντας με κάθε τρόπο να αιχμαλωτίσουν τη βία και την ένταση ο Κοέν επιλέγει να αντιπαραθέσει μια ματιά σχεδόν ανθρωπολογική, παρατηρεί από απόσταση παραμένοντας αόρατος χωρίς να ερμηνεύει ή να προβοκάρει. Παρότι ολιγόλεπτες, οι ατμοσφαιρικές ταινίες του δεν διεκδικούν το ντοκουμέντο της στιγμής καθώς έχουν χτιστεί με ένα πολύ προσεκτικό μοντάζ και με ιδιαίτερη έμφαση στον ήχο τους, δημιουργώντας με βάση την πολύβουη ατμόσφαιρα της Νέας Υόρκης και δουλεύοντας κυρίως με φυσικούς ήχους, ένα πολυεπίπεδο ambient ηχητικό περιβάλλον όπως μας συνηθίζει ο σκηνοθέτης. Η πόλη και η μεταμόρφωσή της μέσα από τις κινητοποιήσεις των ανθρώπων της είναι ίσως και ο πραγματικός πρωταγωνιστής. Ο ίδιος λέει ότι προσπάθησε να κρατήσει μια δύσκολη ισορροπία καθώς από τη μια μεριά έβλεπε τον εαυτό του σα μέρος του κινήματος, αλλά ταυτόχρονα το κινηματογραφούσε προσπαθώντας να μην μετατραπεί απλά σε έναν ακόμη στρατευμένο συνήγορό του. Σε ένα κείμενό του στο Art Forum σημειώνει «Προσπάθησα να επικεντρωθώ σε απλά πράγματα, σε ένα κίνημα που ξεδιπλώνεται κάτω από το φως της ημέρας, στη βροχή, στο σκοτάδι, αλλά και σε πιο μεγάλες στιγμές όπως η πορεία στην Times Square στις 15 Οκτωβρίου. Υπάρχουν στιγμές που σε εμπνέουν πραγματικά, υπάρχουν όμως και μεγάλες απογοητεύσεις, αμφιβολίες. Τις καταγράφεις όλες; Και πώς καταφέρνεις να μην προδώσεις αυτό τον αγώνα και τα ίδια τα γεγονότα; Ούτε μου αρέσει καθόλου αυτή η καταπίεση της αμφιβολίας που χαρακτηρίζει τη στρατευμένη τέχνη. […] Οι άνθρωποι αυτοί έχουν κουραστεί να έχουν κάμερες κυριολεκτικά μέσα στα μούτρα τους. Η συνεχής καταγραφή είναι ευχή και κατάρα. Στην καλύτερη περίπτωση βέβαια αυτός είναι ο τρόπος να γίνει ευρύτερα γνωστό το κίνημα. Τα κυρίαρχα μέσα όμως εξ ορισμού είναι αντίθετα στην ανάλυση και σε μια εστιασμένη ματιά. Ήδη σιγά-σιγά η επικαιρότητα εγκαταλείπει το κίνημα. Αισθάνομαι την ανάγκη να βρω τους λόγους και τις γωνίες εκείνες που θα διαφέρουν. Είμαι στα αλήθεια περίεργος να δω τι θα σημαίνουν αυτές οι ταινίες μετά από είκοσι χρόνια»

Το τελικό αποτέλεσμα με τίτλο «NEWSREELS: Reports from Occupy Wall Street by Jem Cohen» απαρτίζεται από 12 μικρού μήκους ταινίες χωρισμένες σε δύο μέρη, Series One με πέντε ταινίες και Series Two με εφτά ταινίες, με συνολικές διάρκειες αντίστοιχα 24 και 48 λεπτά. Δεν είναι λίγοι αυτοί που συγκρίνουν τη δουλειά του Κοέν με αυτή του Ζαν Βιγκό ή του Κρις Μαρκέρ ενός ακόμη δημιουργού που αγκάλιασε τις κινητοποιήσεις. Την εποχή που το κίνημα βρισκόταν στο φόρτε του ο κινηματογράφος και χώρος πολλαπλών εκδηλώσεων IFC Center είχε την πανέξυπνη ιδέα να ενσωματώσει τα φιλμάκια πριν από την προβολή των κανονικών ταινιών, όπως γινόταν κάποτε και στους δικούς μας κινηματογράφους με τα επίκαιρα. Παράλληλα ο σκηνοθέτης δημιούργησε μια ξεχωριστή σελίδα στο VIMEO με τίτλο Gravity Hills Newsreels. Το Φεβρουάριο η πλήρης συλλογή ταινιών παρουσιάστηκε ως installation στο Τορόντο στο περίφημο Lightbox επίσημη έδρα της Ταινιοθήκης του Οντάριο και του Φεστιβάλ του Τορόντο.

Προσωπικά, σε μια χώρα που εδώ και τρία σχεδόν χρόνια ζει σε αληθινό αναβρασμό περιμένω με αγωνία τις δουλειές των δικών μας σκηνοθετών που θα επιχειρήσουν να μας χαρίσουν μια δημιουργική ανάμνηση από την εποχή που αναμφισβήτητα θα μας καθορίσει για πολλά-πολλά χρόνια.

(Λευτέρης Αδαμίδης, Περιοδικό ΜΟΝΟ, Τεύχος 11, 29/06/2012)


65ο Φεστιβάλ Καννών: Αναμνήσεις από ένα δεκαήμερο

17 Ιουλίου, 2012

Το μεγαλύτερο κινηματογραφικό γεγονός του πλανήτη αποτελεί πλέον παρελθόν με μια όπως είχαμε προβλέψει όχι και τόσο επετειακή στην ουσία της χρονιά και μάλιστα την πιο βροχερή που θυμούνται εδώ και καιρό οι ηλιόλουστες συνήθως Κάννες. Τα βραβεία με τη σειρά τους δια χειρός του υπερ-συντηρητικού προέδρου Νάνι Μορέτι δεν έκαναν τίποτε για να διασώσουν έστω στη μνήμη τις αληθινά σπουδαίες στιγμές του φεστιβάλ. Με εξαίρεση βέβαια τον δίκαιο Χρυσό Φοίνικα στο Amour του Μίκαελ Χάνεκε, μια ταινία που μονοπώλησε από την αρχή το ενδιαφέρον ξεχωρίζοντας άνετα ως το απόλυτο φαβορί, αφήνοντας μόνο την αμφιβολία αν θα δοθεί σε τόσο σύντομα, μόλις τρία χρόνια μετά την Λευκή Κορδέλα στον αυστριακό δημιουργό η ύψιστη διάκριση. Παρά τη δεινή οικονομική κατάσταση της χώρας οι Έλληνες διανομείς αγόρασαν σχεδόν τα πάντα στις Κάννες, σχεδόν τίποτε δεν θα λείψει από τις αίθουσες τον επόμενο χειμώνα, θα μπορέσετε λοιπόν να κρίνετε με τα μάτια σας. Μετά από 11 ημέρες καταιγισμού ταινιών αυτές είναι τέσσερις από τις πιο αξιομνημόνευτες στιγμές των φετινών Καννών, ένα μικρό ημερολόγιο, πάντα κατά την ταπεινή γνώμη του γράφοντος.

Η ωριμότητα του Λοζνίτσα

Αναμφισβήτητα η πιο μεγάλη φετινή στιγμές όμως ήταν η αλησμόνητη απογευματινή δημοσιογραφική προβολή του Μέσα στην Ομίχλη δεύτερη ταινία μυθοπλασίας του Σεργκέι Λοζνίτσα που μας είχε δώσει πριν από δύο χρόνια το πολύ ενδιαφέρον, αλλά άνισο My Joy. Ο Λοζνίτσα που έχει μεγάλη θητεία στο ντοκιμαντέρ και έχει εκτεταμένα ασχοληθεί με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (Blockade) καταπιάνεται εδώ με μια ιστορία από την περίοδο της γερμανικής κατοχής στη Λευκορωσία βασισμένη σε ένα μυθιστόρημα του Βασίλι Μπίκοβ. Μετά από τον απαγχονισμό τριών ντόπιων εργατών από τους Γερμανούς με την κατηγορία του σαμποτάζ, δύο παρτιζάνοι αναζητούν τον τέταρτο άνδρα που αφέθηκε ελεύθερος θεωρώντας ότι έχει προδώσει προκειμένου να γλυτώσει. Όταν τον βρίσκουν στο σπίτι του μαζί με την οικογένειά του θα τους ακολουθήσει χωρίς αντίσταση υποστηρίζοντας όμως την αθωότητά του. Ο Λοζνίτσα παράλληλα με τη δράση ξετυλίγει με ευφυή τρόπο τρία φλας μπακ που ανατρέχουν αντίστοιχα σε επεισόδια από τις ζωές των τριών ηρώων αποκαλύπτοντας το παρελθόν τους με ένα τρόπο που φέρνει στο μυαλό τις παράλληλες αφηγήσεις στο Ρασομόν του Ακίρα Κουροσάβα και η ταινία σε μεγάλο βαθμό θυμίζει τη σπουδαία ουμανιστική παράδοση του Ιάπωνα δημιουργού, αλλά και τις μεγάλες στιγμές του ρωσικού σινεμά. Καθώς οι τρεις άνδρες ξεκινούν για το δάσος αναζητώντας το μέρος της εκτέλεσης τίποτε δεν εξελίσσεται σύμφωνα με το σχέδιο, ο κατηγορούμενος άνδρας όμως θα κάνει το παν για να διασώσει την υστεροφημία του και να διαφυλάξει την αθωότητά του. Μέσα στην ομίχλη του πολέμου ο Λοζνίτσα απλώνει με λιτό, άμεσο τρόπο τα διαχρονικά ηθικά διλήμματα του ανθρώπου και παρατηρεί με αριστουργηματικό τρόπο τις ηθικές μετατοπίσεις των ηρώων του μπροστά στην απειλή του θανάτου. Παράλληλα καθιστά τη μνήμη και την κληρονομιά στην επόμενη γενιά ως το απόλυτο διακύβευμα της ανθρώπινης διαδρομής.

Holy Fuck!

Κανείς δεν περίμενε λοιπόν ότι ο απών εδώ και πάνω από μια δεκαετία Λεό Καράξ, αυτό το κάποτε τρομερό παιδί του γαλλικού σινεμά που μας έδωσε τους Εραστές της Γέφυρας και την Pola X, θα επέστρεφε για να μας χαρίσει την πιο ευχάριστη έκπληξη του φετινού Φεστιβάλ με το Holy Motors κερδίζοντας πανάξια το μεγαλύτερο χειροκρότημα που ακούσαμε φέτος σε δημοσιογραφική προβολή. Τι ακριβώς είναι το Holy Motors είναι πολύ δύσκολο να το εξηγήσεις στο χαρτί πόσο μάλλον σε ένα μικρό σημείωμα. Ακόμα όμως και αν κάποιος μπορούσε θα χαλούσε μάλλον την ευχαρίστηση της ανακάλυψης. Ο Καράξ με απόλυτο πρωταγωνιστή τον χαμαιλεοντικό ηθοποιό Ντενίς Λαβάντ (φετίχ του σκηνοθέτη και πανταχού παρών σε όλες τις ταινίες του) αφηγείται την ιστορία του μυστηριώδους κυρίου Όσκαρ ακολουθώντας ένα εικοσιτετράωρο ταξίδι του στο σύγχρονο Παρίσι μέσα στο οποίο αλλάζει έντεκα χαρακτήρες φτιάχνοντας έναν αληθινό, αναρχικό, ύμνο στη δύναμη του σινεμά και της αέναης μεταμόρφωσης μέσα από το ρόλο θυμίζοντας τη γραφή του Μπόρχες και το σουρεαλισμό ενός Κοκτώ και ενός Μπουνιουέλ. Ταυτόχρονα, η απίστευτη, συχνά εξωφρενική και ξεκαρδιστική, διαδρομή του Όσκαρ συνιστά μια φαντεζίστικη μεταφορά για την ίδια τη ζωή ως μια τεράστια, ατέλειωτη σκηνή ερμηνειών και μεταμορφώσεων. Και αν αναρωτιέστε για τον τίτλο, κρατήστε την αγωνία σας για ένα από τοα πιο φευγάτα φινάλε που έχετε δει με πρωταγωνιστές μια ομάδα από ομιλούσες λιμουζίνες.

Μέσα στο δωμάτιο 237

Από το παράλληλο τμήμα «Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών», το ντοκιμαντέρ Room 237 είναι η χαρά των κινηματογραφόφιλων και των φανατικών του Στάνλει Κιούμπρικ και της βασισμένης στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Στίβεν Κινγκ, «Λάμψης». Εννέα κεφάλαια αναλύουν τις πιο σημαντικές θεωρίες συνομωσίας για τα κρυφά νοήματα της αινιγματικής ταινίας και κυρίως του περίφημου δωματίου 237, ανακαλύπτουν κάθε «λογικό» της λάθος και προτείνουν την ερμηνεία της. Είναι άραγε μια ταινία για το Ολοκαύτωμα (237=2Χ3Χ7=42, δηλαδή 1942, η χρονιά που ξεκίνησε η εξόντωση των Εβραίων), ή μήπως για τη γενοκτονία των Ινδιάνων (το ξενοδοχείο Overlook στη Λάμψη είναι χτισμένο πάνω σε ινδιάνικο νεκροταφείο). Είναι η ταινία η απολογία του Κιούμπρικ γιατί γύρισε την ψεύτικη προσελήνωση του 1969  (μια από τις πιο διάσημες θεωρίες συνομωσίας) και δεν μπορεί να το ομολογήσει παρά μόνο με υπονοούμενα (Room No 237 μπορεί να διαβαστεί και ως κρυμμένος αναγραμματισμός του Moon!), γιατί άραγε ο διευθυντής του ξενοδοχείου μοιάζει τόσο πολύ στον Τζον Φ. Κένεντι; Αυτά και άλλα πολλά ακούγονται σε ένα ντοκιμαντέρ που πέρα από την απόλαυση των trivia και τις ευφυείς ως εξωφρενικές αναγνώσεις της Λάμψης μας θυμίζει ότι οι κινηματογραφικές εικόνες είναι ανοιχτές σε κάθε ερμηνεία και το σινεμά είναι η πιο μεταμοντέρνα τέχνη από όλες, ικανή να χτίσει κάθε λογής μύθους και νοήματα.

Πείτε απλά Ναι!

Άλλη μια στάση στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών, με το τρίτο μέρος της περίφημης πια τριλογίας του Πάμπλο Λαρέν για τη Χιλή του Πινοσέτ σε μια ταινία που θα μπορούσε κάλλιστα να βρίσκεται στο επίσημο διαγωνιστικό. Σε αντίθεση με τα δύο πρώτα σκοτεινά μέρη της τριλογίας (Tony Manero, Post Mortem) που εκτυλίσσονταν στα χρόνια της χούντας, των βασανισμών και των εξαφανίσεων το Νο, τοποθετημένο στις παραμονές του δημοψηφίσματος του 1988 που έριξε τελικά τον Πινοσέτ, στρέφεται σε σαφώς πιο φωτεινούς δρόμους ακολουθώντας με σχεδόν ντοκιμαντερίστικο τρόπο τα παρασκήνια της καμπάνιας του ετερόκλητου συνασπισμού των αριστερών κομμάτων που στήριξαν το «Όχι» στον δικτάτορα. Ο Λαρέν είχε την ευφυή όσο και τολμηρή ιδέα να γυρίσει την ταινία φορμά U-matic που χρησιμοποιούσε η τηλεόραση την εποχή εκείνη πετυχαίνοντας ένα εκπληκτικό αισθητικό αποτέλεσμα που μπερδεύει πανέξυπνα τα όρια ανάμεσα στην ταινία και τα επίκαιρα της εποχής. Ο Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ δίνει ρέστα στο ρόλο του νεαρού διαφημιστή που βάζει αρκετό νερό στο κρασί του και αναλαμβάνει να εκσυγχρονίσει την εικόνα της αριστεράς και να «πουλήσει» το «Όχι» σε ένα ευρύτερο κοινό που κατατρομοκρατείται από την αντίπαλη καμπάνια που διαλαλεί ότι «χωρίς τον Πινοσέτ, το χάος». Το No προχωρά ένα βήμα πιο πέρα και στοχάζεται με χιούμορ και πικρή ειρωνεία πάνω στα όρια του «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» προμηνύοντας την παντοκρατορία της εικόνας και την ανάγκη ακόμη και η Ιστορία να πουληθεί ως διαφήμιση. Πάνω από όλα όμως η ατμόσφαιρα πόλωσης και τρομοκράτησης της κοινής γνώμης που μεταφέρει με αριστουργηματικό τρόπο ο Λαρέν αποκτά για όσα ζούμε εδώ και μήνες στη χώρα μας με τα ανάλογα διλήμματα, μια ανατριχιαστική επικαιρότητα.

(Λευτέρης Αδαμίδης, Περιοδικό ΜΟΝΟ, Tεύχος 10, 1/6/2012)