Ιουνίου 3, 2009

[Κυνόδοντας: όπως λέγαμε και όταν πήραμε το Euro, ψυχραιμία]
Μέσα στην καρδιά του φεστιβάλ και με τα μεγάλα ονόματα να παρελάζουν το ένα μετά το άλλο τις τελευταίες ταινίες τους (από τον σκανδαλιστικό Αντίχριστο του Λαρς Φον Τρίερ ως το «ποδοσφαιρικό» Looking for Eric του Κεν Λόουτς) ήρθε επιτέλους και η στιγμή να ασχοληθούμε με κάτι ελληνικό. Όχι από κάποια διάθεση πατριδολατρείας ή ανασφάλειας στις παγκοσμιοποιημένες Κάννες. Το αντίθετο μάλιστα. Ο Κυνόδοντας άλλωστε του Γιώργου Λάνθιμου (πρώτη ελληνική συμμετοχή στο τμήμα «Ένα Κάποιο Βλέμμα») δεν είναι μια συνηθισμένη ελληνική ταινία, αλλά μια ανορθόδοξη κινηματογραφική πρόταση με διεθνή διαπιστευτήρια που θα μπορούσε να σταθεί στις οθόνες οποιασδήποτε πόλης στον πλανήτη. Όχι βέβαια ότι είναι για όλα τα γούστα. Ο Λάνθιμος έχει στήσει έναν διασκεδαστικό γρίφο που δεν επιζητά μια προφανή λύση και δεν αφήνει και πολλά περιθώρια συναισθηματικής εμπλοκής για το θεατή. Μια οικογένεια κρατά τα τρία παιδιά της (δυο κορίτσια και ένα αγόρι, όλα γύρω στην εφηβεία και λίγο παραπάνω) κλεισμένα στα όρια της πολυτελούς κατοικίας τους παρέχοντάς τους κάθε άνεση και πείθοντάς τους ότι ο εξωτερικός κόσμος είναι μια διαρκής απειλή και η οικογενειακή εστία η μόνη ασφάλεια. Τα παιδιά έχουν μεγαλώσει και εξακολουθούν να ζουν εντελώς αποκομμένα από τον υπόλοιπο κόσμο μέσα από μια σειρά κανόνων και κανονισμών. Ο κυνόδοντας του τίτλου αντιπροσωπεύει τον απόλυτο κανόνα του σπιτιού, ότι για να είναι έτοιμος κάποιος να βγει εκεί έξω πρέπει πρώτα να πέσει ο ένας από τους κυνόδοντές του και ύστερα ξαναφυτρώσει, ποτέ δηλαδή. Μόνο ο πατέρας, ο πάντα έξοχος Χρήστος Στέργιογλου, βγαίνει εκτός κατοικίας για να εργαστεί σε κάποιο εργοστάσιο ως στέλεχος. Παράλληλα μια κοπέλα που εργάζεται ως security στο εργοστάσιο είναι ο μοναδικός επισκέπτης του σπιτιού για να ικανοποιεί τις σεξουαλικές τους ανάγκες. Η μητέρα, μια επίσης φοβερή Μισέλ Βάλει, έχει δεχτεί στωικά το παράξενο αυτό παιχνίδι παράλληλα όμως είναι η μόνη που φαίνεται να υποφέρει για την τύχη των παιδιών. Κάποια στιγμή ο «έξω κόσμος» θα διεισδύσει έστω και ελάχιστα (καθόλου τυχαία με δύο βιντεοκασέτες) στη ζωή των παιδιών προκαλώντας τη μοιραία ρωγμή στο απόλυτα ελεγχόμενο περιβάλλον. Η ιδέα της επιβολής μια ζωής αποκομμένης από τον έξω κόσμο χρησιμοποιώντας ως μέσο το φόβο και την παραπλάνηση δεν είναι σίγουρα καινούρια στο σινεμά. Ο Μ. Νάιτ Σιάμαλαν στο ευφυές Σκοτεινό Χωριό και πιο παλιά ο Αρτούρο Ριπστάιν στο Κάστρο της Αγνότητας είχαν χρησιμοποιήσει την ίδια παραβολή για να μιλήσουν ο πρώτος για το φόβο της αμερικανικής κοινωνίας στην μετά την 11η Σεπτεμβρίου εποχή, ο δεύτερος για την απολυταρχική εξουσία. Ο Λάνθιμος στήνει τη δικιά του ταινία σαν μια μαύρη κωμωδία όπου η γλώσσα πάνω από όλα χρησιμοποιείται ως απόλυτο μέσο διαστροφής της πραγματικότητας και μάλιστα με απολαυστικά αποτελέσματα που δεν μεταφέρονται στο χαρτί δυστυχώς. Αποφεύγει οποιαδήποτε αναφορά σε τόπο, χρόνο, κοινωνικό περιβάλλον, αν οι ήρωές τους δεν μιλούσαν ελληνικά θα μπορούσαν να ζουν οπουδήποτε. Η προσπάθεια δημιουργίας ενός διαχρονικού και εντελώς αποστασιοποιημένου στοχασμού πάνω στην ανθρώπινη φύση είναι προφανής ταυτόχρονα όμως και το αδύναμο σημείο της παραβολής που αρνείται να απαντήσει οποιοδήποτε ερώτημα για το ποιοι είναι και από που έρχονται αυτοί οι άνθρωποι που παρατηρούμε σαν να βρίσκονται σε κάποιο ενυδρείο. Το συμπέρασμα άλλωστε ότι η ανθρώπινη φύση είναι φτιαγμένη για να αναζητά ό,τι της απαγορεύουν μοιάζει εντελώς κοινότοπο. Ο Κυνόδοντας είναι φτιαγμένος για να συζητηθεί και είναι δουλεμένος με αληθινή μαεστρία. Δεν θα παραληρήσουμε όπως κάποιοι συνάδελφοι (η ελληνική αμετροέπεια) για αριστούργημα όμως ο Λάνθιμος έχει καταφέρει να φτιάξει ένα ολότελα δικό του σύμπαν αποδεικνύοντας ότι αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα του εγχώριου κινηματογράφου και όχι μόνο.
(Λ.Α)
(όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΜΕΤΡΟ στις 20/5/09, ανταπόκριση από τις Κάννες)
Leave a Comment » |
Our Posts |
Μόνιμος σύνδεσμος
Δημοσιεύθηκε από independencedays
Μαΐου 25, 2009

[Είναι αναπάντεχα αστείο να ατενίζεις το κενό]
Όσοι αναζητούν με αγωνία το σινεμά του μέλλοντος μάλλον έχουν βρει τον μεταμοντέρνο προφήτη τους στον Γκασπάρ Νοέ. Χάρισμά τους. Εμείς πάλι βρήκαμε το πιο απολαυστικό τρίωρο (σχεδόν) στις Κάννες. Έξω καρδιά στα αλήθεια. Αφού δεν είναι δυνατόν να πάρεις στα σοβαρά τη βιρτουοζιτέ της …τρύπας (όπου υπάρχει τρύπα νάσου μέσα βουτιά η κάμερα) και τα αεροπλανικά τράβελινγκ που κοιτούν το Τόκιο μέσα από τα μάτια του νεκρού αδερφού (που δε λέει να αφήσει τον κόσμο μας ούτε και την ταινία ούτε εμάς στην ησυχία μας). Ούτε το στροβοσκοπικό φωτισμό που φιλοδοξεί να σε ζαλίσει, αλλά κινδυνεύεις να σε αποκοιμήσει μαζί με τα “ψυχεδελικά” γραφικά. Ούτε βέβαια το πουλί σε στύση και διείσδυση που γεμίζει την οθόνη σε μια σκηνή όπου ο Νοέ συναντά τις σειρές τύπου Μάθε το Σώμα Σου. Το Enter the Void δεν είναι μια κενή ταινία όπως πολλοί θα την κατηγορήσουν, αλλά ένα απολαυστικό γεμάτο τρίωρο χαλάρωσης (μπορείς να μπαινοβγαίνεις άνετα στην αίθουσα, να κοιμάσαι ή να μιλάς στο κινητό) που σου προκαλεί νευρικά γέλια στο τέλος (στη μεγαλειώδη σκηνή της μετενσάρκωσης). Αν στο Μη Αναστρέψιμος ήθελα να χαστουκήσω τον Νοέ για το μισανθρωπισμό του εδώ έχει την πλήρη συμπάθεια μου: η ταινία του ήταν η μεγαλύτερη πλην όμως άκακη μαλακία του φεστιβάλ.
(Λ.Α)
Leave a Comment » |
Our Posts |
Μόνιμος σύνδεσμος
Δημοσιεύθηκε από independencedays
Μαΐου 24, 2009

[ο Μπριγιάντε, στη συνέντευξη τύπου: ποιος να το περίμενε...]
Και τι δεν έχουμε ακούσει για τον Μπριγιάντε Μεντόζα τα τελευταία χρόνια, από ειρωνικά σχόλια εννοούμε. Μόνο να απολογηθούμε δεν μας ζήτησαν. Και να που ήρθε και η στιγμή του θριάμβου του. Το Kinatay έφυγε με το βραβείο σκηνοθεσίας από τις Κάννες! Είμαστε πολύ περήφανοι που τον φέραμε δυο φορές στη Θεσσαλονίκη όταν ακόμη ήταν σχεδόν άγνωστος. Και αν πέρσι δεν είχε μια ατυχία στο Πουσάν (τον συνέλαβαν στο αεροδρόμιο η υπηρεσία δίωξης ηλεκτρονικού εγκλήματος από μια συνωνυμία!) θα ήταν μέλος της διεθνούς κριτικής επιτροπής στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και θα παρουσίαζε και το Serbis. Υποκλινόμαστε και οι κακές γλώσσες να σκάσουν!
(Λ.Α)
2 σχόλια |
Our Posts |
Μόνιμος σύνδεσμος
Δημοσιεύθηκε από independencedays
Μαΐου 11, 2009

[2/5, στη Jeonju στα multiplex CGV: No subtitles necessary]
Δε μιλάω κορεατικά να όμως που άμα έχεις απέναντί σου ένα μάστορα της αφήγησης μπορεί και να μη χρειάζεται τελικά. Στον αντίποδα του ξενέρωτου Twillight, o Παρκ Τσαν-γουκ υπογράφει ένα αληθινό σκοτεινό βαμπιρικό έπος βουτηγμένο στο σέξ και στο αίμα και όμως ενίοτε ξεκαρδιστικό. Στην ουσία πρόκειται για μια ακόμη εκδοχή του amour fou έστω και αν εδώ αφορά ένα βρυκόλακα ιερέα και μια νεαρή γυναίκα. Ένα σινεφιλικό ρόλερ-κόστερ που δεν διστάζει να κλέβει ασύστολα και υπέροχα μερικούς από τους πιο αγαπημένους σκηνοθέτες και ταινίες του ευφυή Κορεάτη, από τον Ζαν Ρενουάρ και τον Ντάγκλας Σερκ ως το A Place in the Sun. Και με ένα φινάλε ανθολογίας που μπαίνει πολύ ψηλά στη μυθολογία του καταδικασμένου ζευγαριού.
(Λ.Α)
1 σχόλιο |
Our Posts |
Μόνιμος σύνδεσμος
Δημοσιεύθηκε από independencedays
Απριλίου 21, 2009

[πρεμιέρα σε βαθιά νερά]
Με διεθνή τίτλο Dogtooth η νέα ταινία του Γιώργου Λάνθιμου (μετά την πολυταξιδεμένη Κινέττα) ετοιμάζεται να κάνει παγκόσμια πρεμιέρα στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών στις Κάννες (σε λίγες μέρες ανακοινώνεται και επίσημα). Κάτι που έχει να συμβεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια για ελληνική ταινία στο συγκεκριμένο τμήμα. Οι φήμες λένε ότι πρόκειται για μια ταινία που θα διχάσει και θα ξεσηκώσει συζητήσεις (αρκετοί την χαρακτηρίζουν ενοχλητική). Καθόλου πρωτότυπα όλα αυτά θα μου πείτε. Να όμως που ήδη έχει κινήσει το ενδιαφέρον sales agents (από εκεί το μάθαμε εν μέρει) και το μέλλον της προδιαγράφεται εξαιρετικά ενδιαφέρον. Όπως μάλλον και η φετινή χρονιά για το ελληνικό σινεμά.
3 σχόλια |
Our Posts |
Μόνιμος σύνδεσμος
Δημοσιεύθηκε από independencedays
Απριλίου 5, 2009

[Cinema from A to Z]
Πόσες ταινίες μπορείς να σκεφτείς, τόσο φορτισμένες πολιτικά, που να αντέχουν μετά από 40 χρόνια; Λίγες σίγουρα. Βλέποντας ξανά το Ζ στην φοβερή πανηγυρική προβολή του Γαλλικού Ινστιτούτου (ήταν εκεί όλοι μέχρι και ο Θε0δωράκης και ήταν δύσκολο να μη δακρύσεις σχεδόν με όλη αυτή τη συνάθροιση) δεν μπορείς να μη συγκινηθείς για το πόσο μεγάλη περιπέτεια ήταν κάποτε να κάνεις ταινία. Και κυρίως να μη βγάλεις το καπέλο στο πόσο έχει καταφέρει ο Γαβράς να αιχμαλωτίσει την ανάσα μιας εποχής, το zeitgeist που λέμε, μέσα στο φιλμ του,. Και πόσο παράδοξα ελληνικό μοιάζει το Αλγέρι με τις σκόρπιες διαφημίσεις της Ολυμπιακής, τις φωτό της Βουγιουκλάκη και τη μπίρα Άλφα στο τραπέζι (η Φιξ στον τοίχο). Και βέβαια να σκεφτείς (θυμηθείτε και την τελευταία ταινία του Παράδεισος στη Δύση) πόσο χιούμορ έχει ο σπουδαίος αυτός σκηνοθέτης ακόμη και όταν μιλά για ανοιχτές (τότε) πληγές (Χούντα). Σπουδαία επανέκδοση σε ένα εξαιρετικό timing εγχώριας πολιτικής και καλλιτεχνικής αφασίας.
(Λ.Α)
Leave a Comment » |
Our Posts |
Μόνιμος σύνδεσμος
Δημοσιεύθηκε από independencedays
Μαρτίου 16, 2009

[Two Lovers: αναποφάσιστος]
Βγήκε με καθυστέρηση σχεδόν ενός χρόνου και πήρε εξαιρετικές κριτικές. Κι όμως θυμάμαι το γερό θάψιμο στις Κάνες, δίπλα σε μεγαθήρια όμως. Η αλήθεια είναι ότι δεν το είχα δει καν τότε αφού με είχε απογοητεύσει η προηγούμενη ταινία του. Το We Own the Night (2007) “έγλυφε” ξεδιάντροπα το αστυνομικό σώμα της Νέας Υόρκης. Ο Τζέιμς Γκρέι έχει χτίσει ένα σχεδόν cult όνομα με τα χρόνια. Εντυπωσιακό ντεμπούτο με τη Μικρή Οδησσό (1994), ακόμη καλύτερη συνέχεια με το The Yards (η καλύτερή του) έξι χρόνια μετά και ύστερα…κατρακύλα. Οι ηθοποιοί βέβαια και οι κριτικοί τον λατρεύουν. Οι πρώτοι συνωστίζονται για να παίξουν στις ταινίες του κατεβάζοντς τις αμοιβές τους. Στο Two Lovers ο Γιοακίν Φοίνιξ και η Γκουίνεθ Πάλτροου παρακαλώ και από κοντά Ιζαμπέλα Ροσελίνι και Ελίας Κοτέας. Πολλοί μίλησαν για ένα μοντέρνο μελόδραμα μακριά από εύκολους συναισθηματισμούς, εγώ είδα μια ρηχή ταινία που της έλειπε το πάθος, απόλυτα προβλέψιμη. Μια ωραία ιδέα -ένας άντρας με διπολική διαταραχή μοιρασμένος ανάμεσα σε δύο γυναίκες, ανάμεσα σε αυτό που επιθυμεί και σε αυτό που μπορεί να έχει- μένει στην επιφάνεια. Δύο πρωταγωνιστές που δε σε πείθουν στιγμή ότι ζούνε κάτι. (Καλύτερα που παρατάει ο Φοίνιξ το επάγγελμα, μεταξύ μας). Σίγουρα, βέβαια, δεν είναι τυχαίος σκηνοθέτης ο Γκρέι. Ένα πλάνο να δεις ξέρεις ότι είναι δικό του, από τα μουντά χρώματα και μόνο και τον (υπο)φωτισμό. Όσο χάνει στο κυρίως θέμα του τόσο μάστορας είναι στις λεπτομέρειες, στην καταγραφή ενός μικρόκοσμου (εδώ μια εβραική οικογένεια και μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση που παραπαίει) και μιας Νέας Υόρκης που χάνεται. Και όπως πάντα και εδώ η ίδια η οικογένεια (μοναδικό καταφύγιο και συνάμα παγίδα) είναι στο κέντρο της ιστορίας. Όπως ήταν στην Οδησσό η ρώσικη παροικία, οι σιδηροδρομικοί στο Yards, στο We Own the Night η αστυνομία. Υπάρχει και η σκηνή στο κλαμπ που όπως και στο We Own the Night (με την Εύα Μέντες και το Heart of Glass των Blondie) κεντάει-δεν έχω ξαναδεί τόσο σέξι σκηνές χορού. Τώρα που τα γράφω αυτά αισθάνομαι και εγώ λίγο σαν να έχω διπολική. Από τη μια βλέποντάς τη σκεφτόμουνα πόσο λίγο με συγκίνησε, από την άλλη κομμάτια της και μαζί η μελαγχολική της διάθεση είναι ακόμη μαζί μου.
(Λ.Α)
1 σχόλιο |
Our Posts |
Μόνιμος σύνδεσμος
Δημοσιεύθηκε από independencedays
Μαρτίου 2, 2009

[Bios 27/02: αντίο χειμώνα, καλωσήρθες celiac]
Μια φοβερή βραδιά με τον σπουδαίο Νορβηγό (alterg ego του dj Σφακ), μια εντελώς αποτυχημένη παράσταση (Eldorado του Κων/νου Γιάνναρη), κάτι ποτά και ξενύχτια, πάει ο χειρότερος χειμώνας των τελευταίων ετών-και δεν εννοούμε λόγω καιρού.
Leave a Comment » |
Our Posts |
Μόνιμος σύνδεσμος
Δημοσιεύθηκε από independencedays
Φεβρουαρίου 23, 2009

[Στρέλλα: μιλάμε για κανονικό δάχτυλο]
Είναι από εκείνες τις σπάνιες στιγμές που έχεις την αίσθηση ή μάλλον τη βεβαιότητα ότι βλέπεις κάτι ήδη κλασσικό. Που ζεις μια ιστορική στιγμή. Όχι μόνο γιατί η αίθουσα Cinemax7 στο Βερολίνο μοιάζει με το Ιντεάλ στις πρωινές δημοσιογραφικές προβολές-είναι όλοι εκεί, φίλοι και “εχθροί”. Ούτε γιατί πρόκειται για μια ελληνική ταινία που παίζεται εκτός συνόρων, το έχουμε δει πολλές φορές. Είναι γιατί η Στρέλλα είναι μια πλήρης ανατροπή της ελληνικής (και όχι μόνο) οικογένειας που πολύ φοβόμαστε θα τρομοκρατήσει νοικοκυραίους και μη. Είναι η έκφραση, χωρίς καμιά συστολή ή κάθαρση (ούτε καν μια τιμωρητική “τρέλλα” για τους ήρωές της), των πιο μύχιων φόβων των κάθε λογής θεματοφυλάκων της ηθικής. Είναι η ανάδυση σε close-up στην επιφάνεια ενός κόσμου καλά κρυμμένου στο περιθώριο ή στην καλύτερη περίπτωση στη σφαίρα του εξωτισμού και της γραφικότητας. Ενός κόσμου που γίνεται εδώ πρωταγωνιστής και θεμελιωτής μιας νέας οικογένειας. Η φράση “αγάπησα το παιδί μου με όλους τους δυνατούς τρόπους που μπορεί ένας πατέρας” δύσκολα θα χωνευτεί από (τους) πολλούς. Δύσκολα θα βρει φοβάμαι και το δρόμο για τις ελληνικές αίθουσες και όμως είναι ήδη “κλασσική”, ένα κομμάτι της ιστορίας του ελληνικού σινεμά φρεσκοτυπωμένο. Η Στρέλλα είναι μια γυναίκα (;) από το μέλλον.
(Λ.Α)
1 σχόλιο |
Our Posts |
Μόνιμος σύνδεσμος
Δημοσιεύθηκε από independencedays